Τρίτη, 17 Μαΐου 2011

Λαϊκή Ιατρική Μάκρης και Λιβισίου Λυκίας Μ. Ασίας

Λαϊκή Ιατρική Μάκρης και Λιβισίου

Θεραπείες

1) Σαρλούκιν - Ίκτερος Πίστευαν ότι το σαρλούκι (ίκτερο) το παθαίνει κανείς από φόβο γι' αυτό η θεραπεία ήταν να το κόψουν. Ο ασθενής δεν έπρεπε να φάει γαλακτερά, έπρεπε να τρώει τραχανά. Για να κοπεί το σαρλούκιν έπρεπε να είναι Τετάρτη. Ο πρακτικός γιατρός (γέρος ή γριά) με το ξυράφι έκανε ελαφρές χαραγματιές στο άνω βλέφαρο του δεξιού και του αριστερού ματιού ή στο μέτωπο ανάμεσα στα φρύδια ή στην κάτω επιφάνεια της γλώσσας. Αυτό έπρεπε να γίνει 3 φορές, 3 Τετάρτες στη σειρά. Καθώς «έκο­βε το σαρλούκιν» ο πρακτικός γιατρός έσταζε πάνω στην πληγή λεμόνι από μια λεμονόκουπα καμένη στις άκρες. Μετά την επέμβαση έδιναν στον ασθενή και ένα μαντζούνι καμωμένο από καρύδια, αμύγδαλα, κανέλα, γαρύφαλλα, μοσχοκάρυδα αλεσμένα όλα και ανακατεμένα με μέλι. Κάθε μέρα πρωί και βράδυ έπρεπε ο ασθενής να παίρνει μια κουταλιά για θεραπεία.

2) Ανεμοπύρωμα (Ερυσίπελας): Το κόκκινο χρώμα του δέρματος στο ερυσίπελας, ιδιαίτερα στο πρόσωπο, έκανε το λαό να πιστεύει ότι οφείλεται σε κάποια φλόγωση (φωτιά) ή κάποιο θυμό του σώματος που έπρεπε να φύγει, «να σηκωθεί», από αυτό.

Γι' αυτό ανάλογη ήταν η θεραπεία.
>α) Ρίχνανε ένα κόκκινο ύφασμα στο πρόσωπο του ασθενή και πάνω έβαζαν μικρά κομμάτια βαμβάκι. Ο θεραπευτής έβαζε φωτιά στα βαμβάκια. Πίστευαν ότι με το άναμα των βαμβακιών «σηκωνόταν», έφευγε το ανεμοπύρωμα. Τη θεραπεία αυτή την έλεγαν γήτεμα. Γι' αυτό έλεγαν «Να πας να στο γητέψουν» (το ανεμοπύρω­μα).
β) Μια άλλη θεραπεία ήταν με δέρμα φώκιας. Τη θεραπεία αυτή μας την ανέφερε ο Στέργιος Βάμβακας 92 χρονών από τον Ταρσανά που είναι ένα νησάκι 15 μίλια βόρεια της Μάρκης: Άπλωναν στο πρόσωπο το δέρμα της φώκιας κι άναβαν τα βαμβάκια όπως προηγουμένως.

Το ανεμοπύρωμα το διέκριναν σε αρσενικό και θηλυκό. Αν ήταν θηλυκό ξανά­βγαινε γι' αυτό ο θεραπευόμενος δεν έπρεπε να φάει ψάρι και να δει θάλασσα για να μην υποτροπιάσει.

3) Ξένο σώμα στο μάτι
Όταν έμπαινε ξένο σώμα στο μάτι (σκουπίδι, σκόνη, άγανο) κάποιος που ήξερε από αυτά σήκωνε το πάνω ή κάτω βλέφαρο του ασθενούς και φυσούσε δυνατά το μάτι όπου είχε μπει το ξένο σώμα.
Ή έπιανε το πάνω βλέφαρο του ασθενή με τα τρία δάχτυλα (αντίχειρα, δείκτη και μέσο) και κινώντας το σταυρωτά έλεγε: Αη Γιώργη καβαλάρη με σπαθί και με κοντάρι δος μου το σκουπάκι σου να σκουπίσω το ματάκι μου. (3 ή περισσότερες φορές) ή την παραλλαγή του:Αη Γιώργη καβαλάρη του Χριστού τ' αναμαλλιάρη αν είνιν πετραδάκιν σκουπισί του με του σκουπάκι σου αν είνιν σαπραδάκιν (σκουπιδάκιν) φύσηξί του να φύ(γ)ει.

4) Πονόματος (Επιπεφυκίτις-Οφθαλμία): Έσταζαν γάλα από το στήθος γυναίκας που θήλαζε παιδί, 2-3 φορές.

5) Κριθαράκι (κριθή οφθαλμού): Άπλωναν ένα πανί, μια πετσέτα λεπτή πάνω στο μάτι που είχε το κριθαράκι και πάνω έβαζαν σπόρους κριθαριού. Το παιδί ξάπλωνε κάτω στην αυλή ή στο χαγιάτι κι έρχονταν οι κότες και τσιμπούσανε το κριθάρι.

1) Θεραπευτής γινόταν το πρωτότοκο παιδί μιας οικογένειας. Αυτό το παιδί έπι­ανε 3 σπυριά σιτάρι και 3 σπυριά κριθάρι, σταύρωνε το μάτι κι έλεγε: Σιταρήθρα, κριθαρήθρα πρώτος(η) είμαι και θα σε φάω.
2)Ο θεραπευόμενος έκανε: γαβ, γαβ, γαβ. Αυτό επαναλαμβανόταν τρεις-τέσσερις φορές.

6) Κοκκύτης:
α) Έδιναν στα παιδιά να πιουν γάλα γαϊδούρας ή
β) Ψείρα της θάλασσας (παράσιτο των ψαριών) που την έψηναν, την καβούρδιζαν και την έβαζαν στο γάλα τους.
γ) Έκαναν προσκέφαλο από φύκια για να μυρίζουν και να ανασαίνουν τα παιδιά όλη τη νύχτα το ιώδιο της θάλασσας ή τα πήγαιναν περίπατο ή τα έκαναν βαρκάδα στη θάλασσα.

7) Σπυρί στη γλώσσα: Όταν έβγαζαν σπυρί στη γλώσσα έλεγαν: Κουκκούδιν έχει η γλώσσα μου. Για τη θεραπεία του γινόταν η εξής διαδικασία:
Καθόταν ο θεραπευτής απέναντι από τον ασθενή και κάνανε τον εξής διάλογο: Ασθενής:Κουκκούδιν έχει η γλώσσα μου Θεραπευτής: Στης αλεπούς τον κώλον Ασθενής: Κουκκούδιν έχει η γλώσσα μου Θεραπευτής: Στης κατσίκας μας (π.χ.) τον κώλον. Αυτό συνεχιζόταν με αναφορά και σε άλλα ζώα και κάθε φορά ο θεραπευτής έφτυνε τρεις φορές.

8)Διάροια. Την έλεγαν ευκοιλιότητα, πιρπιλίτσουν, τερλεμέ: Για τη θεραπεία της:

1) Έβραζαν φύλλα ροδιάς και έπιναν το ζουμί ή έστιβαν ρόδι και έπιναν το χυμό του, ή
2) Έβραζαν κουρπέλλα (φυτό) και έπιναν το ζουμί.
3) Έβαζαν ένα κεραμίδι ή τούβλο στη φωτιά, το ζέσταιναν το ράντιζαν με ξύδι, το τύλιγαν σε μια πετσέτα και κάθονταν πάνω. Κεραμίδι ή τούβλο ζεστό έβαζαν πάνω στην κοιλιά τους όταν είχαν κοιλόπονο (επιγαστραλγία).

9) Ελονοσία. Την έλεγαν θέρμη: Για τη θεραπεία της έδιναν κινίνο ή φλούδα κίνας που φύτρωνε στην Παλιά Μάκρη. Για τον πυρετό της ελονοσίας έβαζαν ένα μικρό παιδί να ουρήσει και έδιναν στον άρρωστο να πιεί χωρίς να του το πουν κι έπειτα του το φανέρωναν.
Η Παλιά Μάκρη είχε έλη και μαστιζόταν από την ελονοσία. Το καλοκαίρι πολλοί Μακρηνοί άφηναν τη Μάκρη και ανέβαιναν στο Λιβίσι. Σ' ένα σημείο της διαδρομής ο χωματόδρομος γινόταν μονοπάτι. Αυτό το μονοπάτι το έλεγαν Τογρού (ίσια) ή τα Πανάκια, γιατί οι γυναίκες έδεναν ένα κουρελάκι στους θά­μνους γύρω για ν' αφήσουν εκεί ό,τι αρρώστια είχαν. Και πρώτη βέβαια την ελονοσία.

10) Καταρράκτης: Θεραπεία: Τσεσμεζάνι (θάμνος). Τους σπόρους του, ψιλοκοπανισμένους σε σκόνη, τους περνούσαν από τουλουπάνι και τη σκόνη αυτή την έριχναν στο μάτι.

11) Τσίμπημα σφήκας: Έλεγαν: «Τον κάζωσε η σφήκα, ή το σβιδόνιν»
Θεραπεία: Πιπίλιζαν το τσιμπημένο μέρος, δάχτυλο κλπ. για να βγει το αίμα. Έκαναν λάσπη με χώμα και ούρα και την έβαζαν πάνω. Επίσης έβαζαν πάνω στο τσιμπημένο μέρος ένα κομμάτι ώριμης τομάτας.

12) Βαρύ κρυολόγημα ή Βρογχοπνευμονία: Όταν κάποιος, μικρός ή μεγάλος ήταν πολύ κρυωμένος με πυρετό κλπ. πή­γαιναν στο χασάπη, έπαιρναν το δέρμα ενός μόλις σφαγμένου ζώου (πρόβατο κατσίκι) κι όπως ήταν ζεστό τύλιγαν με αυτό το παιδί ή το άπλωναν στις πλάτες του μεγάλου.

13) Άρρωστο-Καχεκτικό παιδί:

1) Όταν αργούσε να περπατήσει ή να μιλήσει ένα παιδί, το έπαιρναν οι συγγε­νείς μέσα σε μιαπανιέρα και to γύριζαν σε 7 σπίτια που είχαν γερά παιδιά. Κάθε σπίτι έδινε ένα κομμάτι ψωμί στο παιδί. Σ' αυτά που δεν μιλούσαν έλεγαν: «Χάτε να φας και να μιλήσεις».
2) Έβαζαν το παιδί μέσα σ' ένα καζάνι που στον πάτο του είχε ένα ξύλο και το πήγαιναν σ' ένα σταυροδρόμι (τρίστρατο). Το καζάνι το έβαζαν πάνω σε 2 πέ­τρες και με ξύλα από κάτω τάχα πως θ' ανάψουν φωτιά. Η θεραπεύτρια κρατών­τας έναν ταχρά ή τσεκούρι έπαιρνε κάθε φορά κι άλλο δρόμο και η άλλη γυναίκα τη ρωτούσε: «Πού πας;» Η θεραπεύτρια επέστρεφε προφέροντας ακατάληπτες φράσεις κι όταν πλησίαζε σήκωνε το τσεκούρι κι έκανε πως χτυπούσε το καζάνι ή πως συδαύλιζε τη φωτιά. Αυτό γινόταν τόσες φορές όσο και οι δρόμοι. Αυτή η ιεροτελεστία είχε σκοπό να φοβίσει το ξωτικό που είχε πειράξει το παιδί και να το κάνει να φύγει.
3) Πήγαιναν το παιδί στην εκκλησία και το ξάπλωναν την ώρα που έβγαινε ο παπάς από το ιερό με τα «άγια» και το δρασκελούσε.
4) Πήγαιναν τα ρούχα του στην εκκλησία και τα «διάβαζε» ο παπάς.
5) Έβαζαν το παιδί κάτω από το ευαγγέλιο καθώς το διάβαζε ο παπάς στη λει­τουργία.

14) Αμυγδαλές. Πονόλαιμος:
1) Έφτιαχναν χαλβά και όπως ήταν ζεστός τον έβαζαν σε μια πετσέτα και τον
τύλιγαν στο λαιμό του παιδιού.
Το ίδιο με χαλβά και πίτουρα έκαναν και στον οδοντόπονο, όπως και στις μαγουλάδες(παρωτίτιδα).
2) Τις έτριβαν εξωτερικά, με τα δάχτυλα, αφού πρώτα τα είχαν αλείψει με λάδι.
3) Τις έσπαναν βάζοντας τον δείχτη του χεριού βαθιά στο στόμα αλειμμένο με ζάχαρη ή πετιμέζι(έψημα).

15) Κάφτρες ή Άφτρες (Αφδώδης στοματίτις):
1) Τις θεραπεύουν μ' ένα σιρόπι που το έφτιαχναν από μαύρα μούρα. (Τις μουρι­ές που έκαναν αυτά τα μαύρα μούρα τις έλεγαν βατσινομουργιές). Με το σιρόπι αυτό ή με τα ίδια τα μούρα επαλείφανε τα ούλα και τη γλώσσα.
2) Με μέλι και μαϊντανό κοπανισμένο έκαναν επαλείψεις στα ούλα και στη γλώσσα.
Πίστευαν ότι η αφθώδης στοματίτις προερχόταν από τροφή που είχε μαγαριστεί από ποντικό.

16) Ιλαράς (Ιλαρά): Για τη θεραπεία της το πρώτο φάρμακο ήταν το ζεστό πετιμέ­ζι. Επίσης φρόντιζαν ώστε να μην μπαίνει φως στο δωμάτιο του παιδιού, να έχει σκοτάδι, σ' όλη τη διάρκεια της νόσου.

17) Πονοκέφαλος-Ατονία: Πίστευαν ότι τον ασθενή «τον έπιασιν η νήλιους» (ο ήλιος). Γι' αυτό τον γήτευαν με βάγια (ελιόκλαρα των Βαΐων) που τα έβαζαν πάνω στα αναμμένα κάρβουνα, στο θυμιατούρι, και μ'αυτά τον σταύρωναν.

18) Στεροπόνια (τα): Πόνοι της γέννας και της λοχείας. Γι' αυτούς έδιναν ζεστό αφέψημα μυρτιάς (μυρσίνης), σχίνου και φασκόμηλου.

19) Πληγές: Έβαζαν το σκυλί του σπιτιού να τις γλείψει για απολύμανση.

20) Αποστήματα: Έβαζαν πάνω τους το γυαλιστερό μέρος του αμπελόφυλλου για να ανοίξουν.

21) Σκυλοκατουρίδα: Απόστημα στο πέλμα. Πίστευαν ότι προκαλείται από χτύπημα σε μέρος που είχε κατουρήσει σκύλος. Θεραπεία: Κοπανούσαν ένα καράβολα (σαλίγκαρο) ή έβαζαν μαχλέπι, ή κερί της μέλισσας ή αλοιφή με μαστίχα και λάδι. Μαχλέπι είδος αλοιφής, έβαζαν και σε κάθε πληγή καθώς επίσης και στην τριγυρίστρα (παρωνυχία).

22) Κάψιμο: Έβαζαν ασπράδι αυγού τοπικά.

23) Αναιμία: Έδιναν τσιγγόνερο ή έριχναν καρφιά στο νερό και τη σκουριά την έπιναν.

24) Ακράτεια ούρων (Νυκτερινή Ενούρηση): Για τη θεραπεία της φορούσαν στα παιδιά ζώνη στη μέση μέρα και νύχτα.

25) Βήχας, κρυολόγημα: Έπιναν τσάι ή κρασί με κόκκινο πιπέρι.

26) Ρευματισμοί: Για θεραπεία οι άρρωστοι φορούσαν γύφτικο (μπρούτζινο) βρα­χιόλι στο χέρι και «έμπαιναν στην άμμο» (έκαναν αμμόλουτρα) στο Πελτσιάζιν (περιοχή του Λιβισιού).

27) Ρινορραγία: Ρουφούσαν με τη μύτη αλατόνερο και πίεζαν τα ρουθούνια απέξω.

28) Χιονίστρες: Έκαναν ποδόλουτρα με ζεστό νερό ή έβαζαν τα πόδια τους μέσα σε ζεστό αίμα χοίρου, στα χοιροσφάγια, τα Χριστούγεννα.

29) Λόξακας (Λόξυγκας): Όταν είχε επίμονο λόξυγκα ένα παιδί τότε του φώναζαν «ο νονός, ο νονός» και του δίνανε να πιει 7 γουλιές νερό. Ή του έλεγαν μια ψευτιά ή μια κατηγορία για να ξαφνιαστεί και να κρατηθεί η αναπνοή του. Επίσης του έδιναν νερό και του πιάνανε τη μύτη. Πίστευαν ότι με το λόξυγκα μεγαλώνει το έντερο των παιδιών.

30) Μερμήγκια ή Μερμηγκιές (Μυρμηκίες): Όταν είχαν μερμηγκιές στα χέρια περίμεναν να βγει το νέο φεγγάρι. Τότε πήγαιναν σ' ένα τρίστρατο, έπαιρναν χώμα το έβαζαν πάνω στις μυρμηγκιές και έλεγαν τρεις φορές: Ω καλώς το νιο φεγγάρι όπου μούφερε τη χάρη Σιλιούνια, μιλιούνια μερμήγκια ξεριζωμένη.

31) Κατάγματα: Στούμπωναν ξερά κρεμμύδια και τα έδεναν στο σπασμένο κόκκαλο. Ή έβαζαν χλωρά ή ξερά σύκα με ρακί.

32) Πρόληψη πυρετού: Έβαζαν στα δάχτυλα κάποιο δαχτυλίδι.

33)Αδυναμία-Ανορεξία: Έπιναν μαύρο γλυκό κρασί.

34) Τριχοφάγος: Χάραζαν με μια καρφίτσα το δέρμα γύρω από τον τριχοφάγο. Έπιαναν από τα γαϊδουράγκαθα ταβασιλάκια (είδος εντόμου σαν τη σφήκα που έχει πίσω του αδένες) και από τους αδένες τους έβγαζαν το λάδι. Μ' αυτό το λάδι έκαναν επα­λείψεις στην περιοχή που εντοπιζόταν η βλάβη. Αμέσως το μέρος εκείνο φού­σκωνε και έπειτα σιγά-σιγά έβγαζε καινούριο δέρμα.

35) Προληπτικά μέτρα υγείας στα παιδιά: Στο Λιβίσι και στη Μάκρη συνήθιζαν να κάνουν το εξής για να «έχουν τα παιδιά την υγειά τους» όλο το χρόνο. Κάθε χρόνο το Μάιο μήνα «χάραζαν» τις γάμπες τους (τις κνήμες) μ' ένα ξυράφι για να τρέξει λίγο αίμα. Το θεωρούσαν αυτό καλό προληπτικό μέτρο υγείας.

36) Ωτίτις: Έσταζαν ζουμί από σκόρδο. Σταγόνες λάδι από το καντήλι. Έβαζαν στο αυτί ελιοκούκουτσο ζεσταμένο ή ζεστές κομπρέσες ή τούβλο ζε­στό.

ΒΟΤΑΝΑ

Απήγανος (ruta graveoleus): To αφέψημα του το έδιναν στη λεχώνα για να «καθαρίσει»

Αφιόνι: Ναρκωτικό. Το έδιναν στα παιδιά που είχαν κολικούς και δεν μπορούσαν να κοιμηθούν.

Αψηφιά: Την είχαν για ορεκτικό και δυναμωτικό. Τα κλωνάρια της τα έβαζαν στο μαξιλάρι της λεχώνας και το αφέψημα της να το πιεί.

Αμπελόφυλλο: Το τοποθετούσαν με την πάνω του επιφάνεια στα αποστήματα για να τα ανοί­ξουν.

Γάλα της συκιάς: Το έβαζαν στις πληγές για απολύμανση.

Δυόσμος: Τον έβαζαν στις μασχάλες τους οι γυναίκες για να τους τραβηχτεί το γάλα. Το έβραζαν κι έπιναν το ζουμί του για το στομάχι (έλκος, γαστρίτις). Κλωνάρια δυόσμου έβαζαν στις γωνίες του σπιτιού για να διώχνουν τα μερμήγκια

Δεντρολίβανο: Το έβραζαν και καθάριζαν τα ρούχα.

Κερατάκια(Καρπός ενός είδους τριφυλλιού): Με αυτά διώχνανε τους ψύλλους. Τα τρυπούσαν και τα ένωναν με κλωστή. Μ' αυτό τον τρόπο έκαναν κολιέ και τα φορούσαν στο λαιμό των παιδιών για να διώχνει τους ψύλλους.

Κουκιά: Τα κοπανούσαν και τα χρησιμοποιούσαν για τη θεραπεία της διάρροιας.

Κολοκυθόσπορος: Τον χρησιμοποιούσαν σαν ανθελμινθικό, για τους σκώληκες του εντέρου.

Κουρμούζι: Το βράζανε και το πίνανε για τον βήχα. Ήταν «μαλαχτικό» στο βήχα. Οι σπόροι του φυτού αυτού ήταν μικροί, είχαν σχήμα καρδιάς με ρουμπινί χρώμα, (κΌυρμούζι = ρουμπινί χρώμα). Τοβράζανε και το δίνανε σαν ρόφημα όταν ξε­νυχτούσαν το νεκρό στις κηδείες.

Κοκκινόριζα: Το χόρτο αυτό έβγαζε άνθος σαν χωνάκι. Τη ρίζα του την έβραζαν με μαστίχα, κερί και λιβάνι και έκαναν αλοιφή που ήταν καλλυντικό για τα χέρια.

Κίνα: Τη φλούδα του τη μασούσαν για την ελονοσία.

Καλαμποκιού μουστάκια: Τα βράζανε και το αφέψημα το είχαν για διουρητικό, για «να καθαρίζει τα νεφρά».

Καπνός: Τα φύλλα του τα είχαν για απολυμαντικό. Τον κομμένο καπνό τον είχαν για αιμοστατικό. Το έβαζαν στις πληγές για να σταματάει το αίμα.

Κεράτσα (Χαρούπια): Τα χρησιμοποιούσαν για τη διάρροια.

Κρασοψυχιά (Κρασί και ψωμί): Το έβαζαν πάνω στις εκχυμώσεις.

Κρεμμύδι: Σε συνδυασμό με το σκόρδο πίστευαν ότι έχει ευεργετική επίδραση στην υγεία. Αλλά γνώριζαν επίσης ότι και τα δυο είναι βαριές τροφές για το στομάχι.

Παροιμίες:

-Το κρεμμύδι το ταχύ (το πρωί) κάνει τ' άντερο παχύ και ο σκάρτος (σκόρδο) την ημέρα δίνει στην καρτιάν αέρα.
-Το κρεμμύδι (ή το σκόρδο) το πρωί να το φας εσύ
-Το μεσημέρι να το δώσεις στο φίλο σου και το βράδυ στον εχθρό σου.

Και οι Μακρηνολιβισιανοί, αλλά ιδιαίτερα οι Φαραλιώτες (Φαρέλια-μικρό χω­ριό κοντά στο Λιβίσι με Έλληνες και Τούρκους) φαίνεται έτρωγαν πολύ τα κρεμμύδια. Γνωστό και το τεράστιο κρεμμύδι της Φαρέλιας που έμεινε ζωντανό στη μνήμη των παλαιοτέρων μέχρι σήμερα. Να λοιπόν τι έλεγαν για τους Φαρα­λιώτες: Ο καλός ο Φαραλιώτης ανεβαίνει στα βουνά για να τρώει τα κρεμμύδια πέντε-πέντε τη λουπιά (μπουκιά)

Σκόρδο(Λιβ. ο σκάρτος): Έβαζαν το σκόρδο και το έστυβαν μέσα σε τουλουπάνι και το ζουμί του το έσταζαν στο αυτί. (Θεραπεία ωτίτιδας).

Χαμομήλι: Το έβραζαν και το έδιναν σε πολλές περιπτώσεις, όπως και σήμερα, σε πόνους της κοιλιάς, κρυολόγημα, στομάχι (γαστρίτιδες), επιπεφυκίτιδες κλπ.

Τσαουλιά (Φασκομηλιά): Ήταν το πρωινό ρόφημα των Μακρηνολιβισιανών. Αλλά και όταν έρχονταν από τη δουλειά ή από την αγορά έβαζαν ένα κλωνάρι φασκομηλιάς, προπαντός ξερής, στο ποτήρι με το νερό για μυριστικό και έπιναν. Η φασκομηλιά ήταν ο πιο συνηθισμένος θάμνος στον κήπο του Λιβισιανού σπιτιού. (Άλλοι θάμνοι ήταν το δεντρολίβανο, η μυρτιά (μυρσίνη), αψηφιά, πατριάρχης (αρμπαρόριζα), σύμψυχο κλπ.).

Το αφέψημα της τσάουλιάς (φασκομηλιάς) το έλεγαν κι αυτό τσαουλιά και το υποκοριστικό του ήταν τσαουλέδιν όπως αναφέρεται στην εξής φράση: «Τσαουλιέδιν και νερόν και σκοτίστην του μουρόν» (για το απαιτητικό, χαϊ­δεμένο παιδί). Η φασκομηλιά εκτός από τσαουλιά, λεγόταν και φουσκομηλιά και μοσχομηλιά.

Κίπερη (cyperus esculentus): Άγριο βότανο με κονδυλωτή ρίζα. Τη ρίζα αυτή την έβραζαν και με το ζουμί τους έλουζαν τα μαλλιά για να μην πέφτουν.

Σύμψυχον (ματζουράνα): Το έβραζαν και το αφέψημα του το έπιναν για το στομάχι (γαστρίτιδες).

Πατριάρχης (Αρμπαρόριζα) (pelargonium gradiflorum) : Το αφέψημα τοΰτο το έδιναν όταν έρχονταν οι πόνοι (ωδίνες) στην έγκυο. Το μυρωδικό αυτό το έβαζαν και στο πετιμέζι (έψημα) και σε ορισμένα γλυκά.

Της πέρδικας τα ποδαράκια ή του ποντικού τα μουστάκια: Τα έτρωγαν ωμά για να τους φύγουν οι μυρμηγκιές.

Μολόχα (malva silvestris): Αντίδοτο της τσουκνίδας. Την έτριβαν στα χέρια και στα πόδια εκεί όπου είχαν τσιμπηθεί από τσουκνίδα και έλεγαν: Έμπα μολόχα, έβγα τσουκνίδα, πολλές φορές.

Ροδιά: Το χυμό του ροδιού τον είχαν σαν δραστικό αντι διαρροϊκό φάρμακο όπως και του κυδωνιού. Επίσης τα φλούδια του ροδιού ή τα κλωνάρια της ροδιάς τα έβρα­ζαν και έπιναν το ζουμί τους για τη διάρροια.

Τσικουλτάκια: Τα κοπανούσαν και τα έβραζαν μαζί με δαφνοκούκουτσα, φύλλα καρυδιάς, κλωνάρια μυρτιάς και έλουζαν τα μαλλιά τους για να δυναμώσουν.

Λιναρόσπορος: Τον κοπανούσαν και μαζί με ζυμάρι, λάδι και ζάχαρη ή και σαπούνι τα έβαζαν πάνω στα αποστήματα για να ανοίξουν.

Τριαντάφυλλα: Έτσι έλεγαν τα πέταλα του άνθους. Έπαιρναν τα πέταλα aro μαγιάτικο τρι­αντάφυλλο τα έβραζαν και έπλεναν τα μάτια. (Θεραπεία επιπεφυκίτιδας).

Μυρσίνη (Μυρτιά): Κοπανούσαν τα ξεραμένα φύλλα και τα έκαναν σκόνη. Τη χρησιμοποιούσαν σαν πούδρα για τα μωρά.

Λυγαριά: Τα κλωνάρια και τα άνθη της τα χρησιμοποιούσαν για το σκώρο.

Μούλπασι: Ήταν το λουλούδι του Επιτάφιου. Εκτός αυτού το έβραζαν και το ζουμί του το έπιναν για τη θεραπεία των πόνων της κοιλιάς.

Μαυροκούκκι: Το βράζανε και το πίνανε για τους πόνους της κοιλιάς. Επίσης το καβούρντι­ζαν, το έβαζαν σε ένα τουλουπάνι και το έβαζαν στον αφαλό για τη θεραπεία των πόνων της κοιλιάς.

Πάνειρας: Μ' αυτό έκαναν αφέψημα για τα νεφρά.

Τσεσμεζάνι: Ήταν ο καρπός ενός θάμνου, του τσαλτού, που φύτρωνε στα χαρίμια (φρά­χτες) του Λιβισιού. Ο καρπός αυτός είναι μικρά σπυράκια που τα κοπανούσαν, τα έκαναν σκόνη κι έπειτα τα περνούσαν από τουλουπάνι (τα κοσκίνιζαν). Τη σκόνη αυτή την έριχναν στα μάτια για τον καταρράκτη και τον πονόματο.

Της σκυλλαρούδας τα λαυκιά: (Της σκυλλαρούδας τα καρώτα) (mercurialis annua): Τα ξύνανε και κάνανε αλοιφές (μεχλέπια) για όλες τις πληγές.

Αλοιφή Μεχλέπι ή Μεχλέμι για εγκαύματα και άλλες πληγές:

Βάζουμε στο τηγάνι 1/2 ποτήρι λάδι ελιάς, 10 σπυριά μαστίχι και 1 κομμάτι κερί αγνό, μέλισσας. Πιο μπροστά, σε μια λεκάνη με νερό ρίχνουμε 2 αυγά (μονάχα το ασπράδι), τα χτυπάμε και γίνονται αφρός. Βάζουμε το τηγάνι στη φωτιά και «καίμε» το λάδι με το μαστίχι και το κερί. Αυτά όλα ανακατεμένα και ζεστά όπως είναι τα ρίχνουμε στη λεκάνη και γίνον­ται αλοιφή που τη μαζεύουμε σ' ένα ποτήρι ή αμπελόφυλλο.

Πηγή:Λαογραφικά Μάκρης και Λιβίσκου Λυκίας Μ. Ασίας-Μιχάλη Π. Δελησάββα

Διαβάστε ακόμη:Λαϊκή Ιατρική στην Ανακού

Δεν υπάρχουν σχόλια :