Τρίτη, 4 Νοεμβρίου 2014

Παραδοσιακές ποικιλίες και βελτίωση του σιταριού στην Ελλάδα

Τ.Spelta,Τ.dicoccum,Τ.monococcum,ποικ.Γεκόρα,ποικ.Μεξικάλι.
Συγκριτική αξιολόγηση ως προς αγροκομικά και τεχνολογικά χαρακτηριστικά τους

Παραδοσιακές ποικιλίες και βελτίωση του σιταριού στην Ελλάδα

Σχήμα 1. Οικολογικός χάρτης της Ελλάδας με τις καλλιεργητικές προτάσεις του Ινστιτούτου (Παπαδάκης, 1940)

Η καλλιέργεια των σιτηρών στην αρχαία Ελλάδα
Η ανάπτυξη της γεωργίας στον ελλαδικό χώρο, όπως προσδιορίζεται από τις αρχαιοβοτανικές έρευνες, σημειώνεται από την 7η χιλιετία π.Χ. Τα πρώτα σιτηρά που καλλιεργήθηκαν ήταν το μονόκοκκο (T. monococcum L.), το δίκοκκο (T. dicoccum Schrank exSchübler) και το T. timopheevi (Zhuk.) Zhuk. (ντυμένα σιτάρια), το μαλακό (T. aestivum L.) και το σκληρό σιτάρι (T. durum Desf.) (γυμνόσπερμα σιτάρια), το δίστοιχο (Hordeum vulgare f. distichon) και το εξάστοιχο κριθάρι (H. vulgare f. hexastichon) (ντυμένο και γυμνόσπερμο). Αργότερα, στην Εποχή του Χαλκού (3000-1200 π.Χ.) εμφανίζονται το σιτάρι σπέλτα (T. spelta L.) (ντυμένο) και το κεχρί (Panicum miliaceum). Η επικράτηση των ντυμένων σιταριών συνεχίζεται και κατά την Εποχή του Χαλκού, με κυρίαρχο είδος το μονόκοκκο σιτάρι, ιδιαίτερα σε νεολιθικές θέσεις της Βόρειας Ελλάδας (Jones et al., 2000, Βαλαμώτη, 2009, ΙΜΕ, 2014).

Στους ιστορικούς χρόνους που ακολουθούν, τα σιτηρά ή σιτώδη κατά το Θεόφραστο ή cerealia στα λατινικά κατά τον Πλίνιο που καλλιεργούνταν κυρίως στον ελλαδικό χώρο ήταν ο πυρός (σιτάρι) και η κριθή (κριθάρι) και δευτερευόντως η όλυρα, η τίφη, ο κέγχρος (κεχρί), η ζειά.

Παραδοσιακές ποικιλίες σιταριού
Ο Γρηγόριος Παλαιολόγος (1833) περιγράφει δύο κύρια είδη σιταριού που καλλιεργούνταν στην Ελλάδα, το Κοκκινοσίταρο ή Χονδροσίταρο ή Μαυρογένι ή Μαυραγάνι που σπέρνονταν στις πεδινές θέσεις και το Ασπροσίταρο ή Ψιλοσίταρο, το οποίο στην Αρκαδία ονομάζεται Ζουλίτσα, στη Φωκίδα Ραπσάνι, στην Αττική Γραμμένι, στην Κόρινθο και στην Αχαΐα Βλαχοσίταρο και σπέρνονταν στα ψηλότερα και ορεινά μέρη. Λιγότερο σημαντικές ποικιλίες σιταριού που καλλιεργούνταν τότε ήταν, στο Αιγαίο στις υψηλές θέσεις το Κροκοδειλοσίταρο και στα χαμηλά μέρη το Φραγκοσίταρο, στην Αθήνα το Δεβέτισι (καμηλοδόντι), στον Ωρωπό ένα τρίστιχο και στρογγυλόκοκκο σιτάρι, στην Αχαΐα και την Ακαρνανία ο Γκρινιάς.

Το 1914 ο Παναγιώτης Γεννάδιος (1959) καταγράφει τις ποικιλίες μαλακού σιταριού Ρουσσιά ή Ασπροσίταρο, Ψιλοσίταρο, Ζουλίτσα (Αρκαδίας), Ραψάνι (Θεσσαλίας και Φωκίδος), Γραμμένο (Αττικής), Βλαχοσίταρο (Κορινθίας, Αχαΐας), Ακανθιώτικο (Κύπρου) και τις ποικιλίες σκληρού σιταριού Δεβές, Μαυραγάνι ή Μαυρογένι (Μαυροθέρι στην Κύπρο).

Το 1919 ο Παπαγεωργίου αναφέρει ότι ανάμεσα σε πολλές ποικιλίες που καλλιεργούνταν τότε στην Ελλάδα ήταν το Διμήνι ή Τριμήνι. Επίσης είχαν εισαχθεί και καλλιεργούνταν μερικά «ξενικά» σιτάρια, όπως το Γαλλικό απλάγιαστο Βιλμορέν, το Ιταλικό, το Πολωνικό και το Αμερικανικό.

Ο Θεοδόσιος Μελάς (1922) στη σιταρογραφία του ακολουθώντας τη μελέτη του Henry de Vilmorin (1880) περιγράφει τις ποικιλίες μαλακού σιταριού Ραψάνι και Γκρινιά, τις ποικιλίες καμπυλόσπερμου ή ημίσκληρου σιταριού Αρναούτ και Μαυραγάνι και τις ποικιλίες σκληρού σιταριού Ντεβές και Τριμήνι.

Το 1929, ο Ιωάννης Παπαδάκης, Διευθυντής του Ινστιτούτου Καλλιτερεύσεως Φυτών (σήμερα Ινστιτούτο Σιτηρών), από τα μίγματα σπόρων σιταριού που καλλιεργούνταν στους ελληνικούς αγρούς διέκρινε και ξεχώρισε 87 τύπους σιταριού. Στη συνέχεια ακολουθώντας την κατάταξη που πρότεινε το 1921 ο John Percival, η οποία βασίστηκε κυρίως στα μορφολογικά χαρακτηριστικά των φυτών, κατέταξε και περιέγραψε λεπτομερώς όλο το εγχώριο γενετικό υλικό σιταριού. Το γενετικό υλικό διαιρέθηκε σε τρεις ομίλους, του Μονόκοκκου, του Δίκοκκου και του Σίτου Σπέλτα. Στον πρώτο όμιλο του Μονόκοκκου Σίτου, βρήκε μόνο έναν τύπο (Καπλουτζάς). Στο δεύτερο όμιλο του Δίκοκκου Σίτου, διέκρινε τέσσερις Φυλές: του Δίκοκκου, του Πολωνικού, του Σκληρού και του Υβώδους Σίτου. Στην πρώτη Φυλή δε βρήκε κάποιο τύπο στην Ελλάδα, στη δεύτερη μία βοτανική ποικιλία με έναν τύπο (Λεβέντης Πελοποννήσου), στην τρίτη 14 βοτανικές ποικιλίες με 44 τύπους και στην τέταρτη 12 βοτανικές ποικιλίες με 17 τύπους. Στον τρίτο όμιλο του Σίτου Σπέλτα, διέκρινε τρεις Φυλές: του Σπέλτα, του Κοινού και του Συμπαγούς Σίτου, από τις οποίες μόνο η Φυλή του Κοινού Σίτου είχε παρουσία στην Ελλάδα με 9 βοτανικές ποικιλίες και 17 τύπους (Πίνακας 1).

Πίνακας 1. Ελληνικοί πληθυσμοί μαλακού σιταριού, όπως τους κατέγραψε ο Παπαδάκης (1929)

Βοτανική Ποικιλία

Τύπος

Vulgare graecum

Κατράνιτσα, Πάρου

Vulgare erythrospermum

Αραιός Γκρινιάς, Συμπαγής Γκρινιάς, Κιζελτζές

Vulgare meridionale

Μυκόνου

Vulgare hostianum

Σκυλοπετρίτης

Vulgare erythroleucon

Ζουλίτσα Κοζάνης

Vulgare ferrugineum

Τσουγκριάς

Vulgare albidum

Άσπρος Τσιούλος, Κουτρουλιάς Ιωαννίνων,

Μαλακός Σερρών, Κιζελτζές Ρουμανίας

Vulgare lutescens

Κουτρουλιάς Τυρνάβου, Κουτερλίτσα Κατερίνης

Vulgare alborubrum

Σιουτάρκα, Ινελή

Η βελτίωση του σιταριού στην Ελλάδα-Ινστιτούτο Σιτηρών
Το 1923 σηματοδοτεί την επίσημη έναρξη της βελτίωσης του σιταριού στην Ελλάδα, όταν ο Ιωάννης Παπαδάκης (1903-1996) εγκατέστησε τα πρώτα πειράματα αξιολόγησης διαφόρων εγχωρίων και ξένων ποικιλιών σιταριού, σε τέσσερις περιοχές της χώρας. Το Μάρτιο του 1924 αποφασίσθηκε από το Υπουργείο Γεωργίας η ίδρυση του «Ειδικού Σταθμού Καλλιτερεύσεως Φυτών» με έδρα τη Λάρισα και το 1924-1925 το πρόγραμμα αξιολόγησης του σιταριού επεκτάθηκε σε εννέα περιοχές, με την αξιολόγηση μεγάλου αριθμού εγχώριων και ξένων ποικιλιών, με κορυφαίες τις ποικιλίες Κανβέρρα, Μεντάνα, Ριέτι και Κολόνια που προωθήθηκαν στην καλλιέργεια με ικανοποιητικά αποτελέσματα. Το 1927 μεταφέρθηκε ο Σταθμός στη σημερινή θέση του Ινστιτούτου Σιτηρών στη Θεσσαλονίκη, ενώ αναπτύχθηκε δίκτυο Υποσταθμών στις κυριότερες σιτοπαραγωγικές περιοχές της χώρας (Λάρισα, Άγιος Μάμας Χαλκιδικής, Σέρρες, Πτολεμαΐδα, Μεσσαρά Κρήτης κλπ.). Το 1931 ο Σταθμός μετονομάσθηκε σε «Ινστιτούτο Καλλιτερεύσεως Φυτών» με κύριο αντικείμενο έρευνας τη βελτίωση των φυτών και ειδικότερα του σιταριού (Παπαδάκης, 1933) και το 1961 πήρε τη σημερινή του ονομασία «Ινστιτούτο Σιτηρών».

H παραγωγή σιταριού για την κάλυψη των αναγκών της χώρας αποτελούσε στόχο πρώτης προτεραιότητας. Έτσι, εκτός από την εισαγωγή ξένων ποικιλιών από χώρες με παρόμοιες εδαφοκλιματικές συνθήκες, άρχισε από το 1923 και η δημιουργία νέων ποικιλιών σιταριού χρησιμοποιώντας ως γενετικό υλικό (γονείς) τόσο τις εγχώριες ποικιλίες όσο και αυτές του εξωτερικού. Οι διάφοροι υποσταθμοί χρησιμοποιήθηκαν για την αξιολόγηση των νέων ποικιλιών σε διάφορα περιβάλλοντα. Το πρόγραμμα αυτό έδωσε πολύ καλά αποτελέσματα και οι νέες ποικιλίες είχαν πολύ μεγάλες αποδόσεις με συνέπεια σύντομα η Ελλάδα να αυξήσει θεαματικά την παραγωγή σιταριού και το 1957 να καλύψει τις ανάγκες (σιτάρκεια) παρά τη μείωση των καλλιεργουμένων εκτάσεων με σιτάρι. Οι νέες δημιουργίες προωθήθηκαν στην παραγωγή με ελληνικά ονόματα, όπως Λήμνος, Ερέτρεια, Ξυλόκαστρο, Μυκήναι, ’Άργος, Μίνως, αλλά και γενεαλογικούς αριθμούς, όπως 3130, 31323, 31327. Παράλληλα ο Παπαδάκης δημιούργησε οικολογικούς χάρτες της Ελλάδας, προωθώντας την καλλιέργεια συγκεκριμένων ποικιλιών ανάλογα με το έδαφος και το κλίμα κάθε περιοχής (Σχήμα 1).

Επιστέγασμα όλων αυτών των προσπαθειών ήταν η σιτάρκεια που επιτεύχθηκε το 1957 (Κοκολιός, 1959). Βασικός παράγοντας αποτέλεσε το γεγονός ότι οι βελτιωμένες ποικιλίες του Ινστιτούτου από 21% της καλλιεργούμενης με σιτάρι έκτασης στην Ελλάδα το 1931, έφθασαν να καλλιεργούνται στο 31% το 1939 και στο 60% το 1952. Η ωφέλεια αυτής της επέκτασης ήταν το πλεόνασμα της παραγωγής να φθάνει τους 180 χιλιάδες τόνους σιταριού (Ταλέλλης, 1952). Σημαντικότερη δημιουργία του Ινστιτούτου ήταν η ποικιλία Γ-38290 (Εικόνα 1), η διασταύρωση της οποίας (Rieti x Quality) έγινε το 1934 από τον Παπαδάκη, μπήκε στη σποροπαραγωγή το 1942, αλλά ο πολλαπλασιασμός της μέχρι το 1950 ήταν πολύ βραδύς, λόγω των συνθηκών που επικρατούσαν. Η ποικιλία αυτή έγινε γνωστή ως «Νούμερο» στους Έλληνες παραγωγούς κι έφθασε να καλλιεργείται επί 20 σχεδόν χρόνια στο 70% της έκτασης που σπερνόταν με σιτάρι (Παπαδάκης, 1983).

Παραδοσιακές ποικιλίες και βελτίωση του σιταριού στην Ελλάδα

Εικόνα 1. Η ποικιλία μαλακού σιταριού «Νούμερο» (Γ-38290)

Βιβλιογραφία
Βαλαμώτη, Σ. 2009. Η αρχαιοβοτανική έρευνα της διατροφής στην προϊστορική Ελλάδα. University Press, Θεσσαλονίκη, pp. 1-224.
Γεννάδιος, Π.Γ. 1959. Λεξικόν Φυτολογικόν. Β Έκδοσις μετά συμπληρώσεων, 2 τόμοι, Εκδόσεις Μόσχου Χρ. Γκιούρδα, Αθήναι, pp. 1-1042.
IME. 2014. Ίδρυμα Μείζονος Ελληνισμού. http://www.ime.gr/.
Jones, G., Valamoti, S. and Charles, M. 2000. Early crop diversity: a “new” glume wheat from northern Greece. Vegetation History and Archaeobotany 9: 133-146.
Κοκολιός, Β. 1959. Αι καλλιεργούμενες ποικιλίαι σίτου εν Ελλάδι. Υπουργείον Γεωργίας, Ινστιτούτον Καλλιτερεύσεως Φυτών, Αρ. δελτίου 3, Θεσσαλονίκη, pp. 1-78.
Μελάς, Θ.Β. 1922. Αι εκλεκτότεραι ποικιλίαι ελληνικών σίτων. Μελέτεται σιτηρογραφικαί. Εκ του τυπογραφείου Α. Α. Παπασπύρου, Αθήνα, pp. 1-63.
Παλαιολόγος, Γ. 1833. Γεωργική και Οικιακή Οικονομία. Τόμος Α. Εκ της Βασιλικής τυπογραφίας, Ναύπλιο, pp. 1-386.
Παπαγεωργίου, Π. 1919. Το σιτάρι – το κριθάρι – η βρόμη και η βρίζα. Έκδοσις Τρίτη, Βιβλιοθήκη του γεωργού Αριθμ. 13, Αθήνα,pp. 1-40.
Παπαδάκης, Ι. 1929. Ελληνικοί τύποι σίτου. Επιστημονικό Δελτίο του «Ειδικού Σταθμού Καλλιτερεύσεως Φυτών εν Θεσσαλονίκη». Έκδοση με δαπάνη της Γενικής Διεύθυνσης Εποικισμού της Μακεδονίας. Θεσσαλονίκη, pp. 1-57.
Παπαδάκης, Ι. 1933. Το Ινστιτούτον Καλλιτερεύσεως Φυτών 1923-33. Δελτίον Αρ. 15. Τύποις Καστρινάκη & Γεωργαντά, Θεσσαλονίκη, pp. 1-36.
Παπαδάκης, Ι. 1983. Το ελληνικό γεωργικό και οικονομικό θαύμα (1922-1983). Διδάγματα για τους ξένους και για μας. Ομιλία του ακαδημαϊκού κ. Ι. Παπαδάκη. Πρακτικά της Ακαδημίας Αθηνών, Τόμ. 58, pp. 562-580.
Ταλέλλης, Δ.Ε.1952. Η αύξησις της Γ. παραγωγής και το Ινστιτούτον Καλλιτερεύσεως Φυτών. Υπουργείον Γεωργίας, Δ/νσις Γ. Ερευνών, Τύποις Μ. Τριανταφύλλου Υιοί, Θεσσαλονίκη, pp. 1-16.
Vilmorin, H. de. 1880. Les meilleurs blés. Description et culture des principales variétés de froments d' hiver et de printemps. Vilmorin-Andrieux et Cie - Paris, 175 pp. http://www.museum.agropolis.fr.

Δημοσιεύτηκε στις Τρίτη, 28 Οκτωβρίου 2014 17:50

Copyright © 2014 Cereal Institute. Με την επιφύλαξη παντός δικαιώματος.

(Αναπαραγωγή ανάρτησης του Ινστιτούτου Σιτηρών)
Πολύ καλή δουλειά από τους ερευνητές του Ινστιτούτου σιτηρών, ΕΛΓΟ-ΔΗΜΗΤΡΑ.

Διαβάστε ακόμη:Ζέα και παραδοσιακοί σπόροι σιτηρών

1 σχόλιο :

Γιαννης είπε...

Διαβασε Αγιο ΙΩΑΝΝΗ ΔΑΜΑΣΚΙΝΟ