Δευτέρα, 9 Νοεμβρίου 2015

Κυδωνιά: σπορά φύτεμα καλλιέργεια

Κυδωνιά: σπορά φύτεμα καλλιέργεια

Πολλαπλασιασμός και καλλιέργεια κυδωνιάς

Η κυδωνιά είναι δένδρο καρποφόρο σύνηθες, συναντημένο σε όλες τις δενδροκαλλιέργειες. Φέρεται καταγόμενη εκ Περσίας ή Καύκασου, όπου εξαπλώθηκε από αμνημονεύτων χρόνων στις λοιπές χώρες της Ασίας και Ευρώπης φθάνοντας μέχρι την Ολλανδία και Β. Γερμανία. Σε άγρια κατάσταση συναντάται παντού, κυρίως σε όλους τους δροσερούς τόπους, συνήθως σε ανάμιξη με διαφόρους δασοβριθεΐς μάζες των χαμηλών βουνοσειρών ή σύσκιων βλαστήσεων των υγρών κοιλάδων και παραποτάμιων ή παραλιμνίων τοποθεσιών. Στην Ελλάδα αυτοφύεται σε μεγάλη κλίμακα, αποτελούσα πολλάκις αμιγείς συστάδας, στις υπωρείας των περιρρύτων όρεων και τα κράσπεδα των δασών, ιδίως της Μακεδονίας και Θράκης.
Η κυδωνιά γενικώς καλλιεργείται σαν καρποφόρο δένδρο, είτε ως υποκείμενο της αχλαδιάς ή μηλιάς για τόπους σχετικώς υγρούς ή περιορισμένους. Υπό την διπλή αυτήν χρήση, μεγίστη εκμετάλλευση βρίσκει σε όλες τις παραμεσογείους χώρες, ιδίως στην Τουρκία όπως και σε εμάς.
Η κυδωνιά, ανήκει στην οικογένεια των ροδανθών και το γένος των μηλοειδών. Αναπτυσσόμενη ελεύθερη λαμβάνει θαμνώδη διαμόρφωση ένεκα των παρά την βάση αυτής αναδιδόμενων παραφυάδων, αλλά δια της αφαιρέσεως αυτών καθίσταται μονόκορμος αποκτώντας κόμη σφαιρική 3—5 μ. ύψους. Οι ρίζες της είναι μακρές και λεπτές, μάλλον επιφανειακοί, οι δε κλάδοι ακανόνιστοι και ευλύγιστοι.
Η κυδωνιά, σαν καρποφόρο δένδρο, ευδοκιμεί μόνο στα θερμά κλίματα, όπου και τα προϊόντα αυτής αποβαίνουν ποιοτικώς ανώτερα, στα δε βορειότερα χρησιμοποιείται μάλλον ως υποκείμενο της αχλαδιάς στους πολύ ψυχρούς και ορεινούς τόπους . Φοβάται τους παγετούς της άνοιξης, συνεπώς, όχι μόνο δεν παράγει κανονικά , αλλά και οι καρποί αποβαίνουν ανούσιοι και άνευ αρώματος. Παρά ταύτα όμως εν περίοδο ανθοφορίας αντέχει περισσότερο των άλλων γιγαρτοκάρπω ν έναντι του ψύχους, οι δε καρποί αυτής δεν καταρρίπτονται εύκολα από τους ανέμους.
Ως προς το έδαφος η κυδωνιά δεν τυγχάνει πολύ απαιτητική λόγου του επιπόλαιου ριζικού της συστήματος ευδοκιμεί και σε τα μάλλον αβαθή εδάφη, αρκεί αυτά να είναι γόνιμα και σχετικώς υγρά ή αρδευόμενα. Βλαστάνει και καρποφορεί καλώς σε πάσης φύσεως γαίας όχι όμως σε ισχυρώς ασβεστούχους, διότι σε αυτές καταλαμβάνεται από χλώρωση, φθίνει και ταχέως καταστρέφεται. Ειδικότερα αρέσκεται σε τα κηπευτικά αμμοαργιλλώδη ή αργιλλοαμμώδη εδάφη, σε τα σχιστολιθικά είτε γρανιτικά τοιαύτα, εφ’ όσον τυγχάνουν αρδεύσιμα ή φυσικώς δροσερά. Στα ξηρά εδάφη η κυδωνιά δεν αναπτύσσεται καλά καρποφορεί λίγο και παράγει μικρούς καρπούς ξυλώδεις, ελάχιστα χυμώδεις, ενώ αντιθέτως αντέχει μεγάλως σε τα υγρά περισσότερο παντός άλλου καρποφόρου, αρκεί να είναι διαπερατά και γόνιμα, ιδίως όταν προορίζεται ως υποκείμενο της αχλαδιάς ή της μηλιάς.

Πολλαπλασιασμός κυδωνιάς
Η κυδωνιά πολλαπλασιάζεται δια σποράς μοσχευμάτων, παραφυάδων και εμβολιασμού. Ο δια σποράς σπανίως εφαρμόζεται, καθόσον τα αποκτώμενα φυτά δεν αποδίδουν τους μητρικούς χαρακτήρες, αλλά και διότι οι άλλοι τρόποι τυγχάνουν συντομότεροι και απλούστεροι. Εν τούτοις όμως για απόκτηση δενδρυλλίων εύρωστων και ισχυρών, προς χρήση υποκειμένων για εξευγενισμένες ποικιλίες ή για αχλαδιές και μηλιές, πρέπει να θεωρείται προτιμότερη. Προ τον σκοπό αυτό οι σπόροι δέον να προέρχονται από καρπούς τελείως και φυσιολογικώς ώριμους, οι οποίοι, αφού πλυθούν, σπέρνονται απ’ ευθείας το φθινόπωρο ή κατόπιν προβλαστήσεως την άνοιξη, όπως γίνεται για την μηλιά και αχλαδιά. Ομοίως υποβάλλονται σε καλλιεργητικές περιποιήσεις, τα δε δημιουργούμενα δενδρύλλια μεταφυτεύονται, κατά το ίδιο ή το επόμενο έτος, στο φυτώριο, όπου και εμβολιάζονται δια των επιθυμητών ποικιλιών.
Ο δια μοσχευμάτων τρόπος είναι μάλλον συνήθης στην πράξη σαν ταχύτερος και αποδίδων πιστώς τις ιδιότητες του μητρικού φυτού. Προς τούτο, τα χρησιμοποιούμενα μοσχεύματα πρέπει να είναι νέα 1-2 ετών το πολύ, με φλοιό λείο και λεπτό, τα οποία κόπτονται κατά Δεκέμβριο-Ιανουάριο και ενστρωματούνται εντός νωπής άμμου σε θερμό μέρος, για να φυτευτούν σε κατάλληλο φυτώριο κατά Μάρτιο-Απρίλιο. Σε τόπους προφυλαγμένους και πολύ θερμούς μπορούν να φυτεύονται αμέσως, μετά 1-2 έτη, αφού αναπτυχτούν επαρκώς τα νέα δενδρύλλια, μεταφυτεύονται στην οριστική τους θέση.
Ο δια παραφυάδων πολλαπλασιασμός εφαρμόζεται πολύ περιορισμένος ένεκα της μικρής αποδόσεως αριθμού φυτών, εν τούτοις όμως πολλοί καλλιεργητές τον προτιμούν χρησιμοποιούντες αυτές απ’ ευθείας για τις φυτείες. Ενίοτε επίσης γίνεται χρήση και του συστήματος των καταβολάδων.
Ο εμβολιασμός ευρίσκει μεγάλη εφαρμογή στην κυδωνιά, είτε προς εξημέρωση των εκ σποράς ή άλλως πως προερχομένων φυτών δια ορισμένων ποικιλιών, είτε προς μεταβολή αυτών σε άλλα συγγενή ταύτης είδη. Διότι, ως γνωστό, η κυδωνιά αποτελεί πρώτης τάξεως υποκείμενο για διάφορες ποικιλίες της αχλαδιάς, της μεσπιλέας, του καλλωπιστικού κραταίγου (φωτεινής) κλπ. Σε όλες τις περιπτώσεις, καταλληλότερος εμβολιασμός θεωρείται ο ενοφθαλμισμός του φθινοπώρου για τα νέα φυτά, και ο στεφανίτης ή δια σχισμής για τα μάλλον ηλικιωμένα, εφαρμοζόμενοι πάντοτε πλησίον του εδάφους.
Για εκμετάλλευση, η κυδωνιά καλλιεργείται μονομερώς εμφυτευόμενη συνήθως στα όρια των κτημάτων ή παραλλήλως των ποτιστικών αυλακών, ένθα σχηματίζει ωραίες και προσοδοφόρους συστάδας, είτε συγκαλλιεργείται μετ’ άλλων οπωροφόρων δένδρων, λαχανικών, ή εντός φυσικών είτε τεχνητών λιβαδιών.
Η εμφύτευση είναι δυνατόν να εκτελείται καθ’ όλη την χειμερινή περίοδο, προτιμώμενης της φθινοπωρινής σε τόπους θερμούς και ξηρούς και της εαρινής για τους μάλλον υγρούς και ψυχρότερους. Οι αναγκαίοι λάκκοι πρέπει να ανοίγονται πλέον πλατέως η βαθέως, εν αυτούς δε τα δενδρύλλια να καλύπτονται σε βάθος όχι μικρότερο των 15-20 πόντων. Στις πολύ υγρές γαίες η εμφύτευση, είναι καλό να γίνεται επί χωματοσωρών προστατευομένων δια επαρκών αποστραγγιστικών χανδάκων.
Προκειμένου περί καταρτισμού αμιγών δενδρώνων κυδωνιάς, η διάταξη αυτών μπορεί να εφαρμόζεται κατά γραμμές, ρόμβους ή τετράγωνα, με αποστάσεις 3-5 μ. μεταξύ τους, αναλόγως της γονιμότητας του εδάφους, είτε 6-8 μ. για περιπτώσεις συγκαλλιέργειας με άλλα φυτά.

Κλάδεμα
Η κυδωνιά, μετά την μεταφύτευση της, αφινόμενη ελεύθερη αναπτύσσει πλήθος κλάδων και παραφυάδων λαμβάνουσα διαμόρφωση αληθούς θάμνου. Με την εφαρμογής όμως καταλλήλου κλαδεύματος καθίσταται ευχερώς μονόκορμος ή πολύκορμος, κατά τις απαιτήσεις του καλλιεργητού. Προς σχηματισμό μονοκόρμου δένδρου, πρέπει να αφαιρούνται όλες οι αναπτυσσόμενες παραφυάδες στη βάση, η δε διασταύρωση να κανονίζεται σε ύψος 1 -1,20 μ. ή πολύ χαμηλά 25-40 πόντους. Η χαμηλή διασταύρωση για τις μη συγκαλλιεργούμενες φυτείες πρέπει να θεωρείται προτιμητέα, επειδή ο κορμός δεν λαμβάνει πάντοτε καλή και κάθετη κατεύθυνση. Στους μάλλον υγρούς και γονίμους τόπους ενδείκνυται ο σχηματισμός πολύκορμων δένδρων εκ 3-5 βραχιόνων αρχομένων εκ της βάσεως, για διατηρήσεως ισαρίθμων παραφυάδων συμμετρικός κατευθυνόμενων και των όποιων το ύψος δεν πρέπει να υπερβαίνει τα 3-4 μ.
Συνέπεια του τρόπου της βλαστήσεως και της καρποφορίας της, η κυδωνιά δεν απαιτεί άλλα κλαδεύματα εκτός της αφαιρέσεως των εκάστοτε εμφανιζόμενων παραφυάδων και λαίμαργων, την αραίωση των πυκνών και διασταυρουμένων κλαδίσκων, με τρόπο ώστε να εξασφαλίζεται η ισορροπία και ο καλός φωτισμός και ο αερισμός της κόμης του δένδρου. Επίσης τα κλαδεύματα καρποφορίας δεν είναι εφικτά, λόγο της φυσικής επακρίου προεκτάσεως των καρπογόνων κλαδίσκων, οι οποίες και μόνον φέρουν τους ανθοφόρους οφθαλμούς. Επομένως οι λεπτοί κλαδίσκοι δεν πρέπει να κόβονται, άλλα μόνο σχετική τινά αραίωση, εάν είναι πολύ πυκνοί, οι δε χονδρότεροι και ζωηροί τοιούτοι να περιορίζονται κατά του μήκους τους προς δημιουργία λεπτότερων καρποφόρων. Οι εργασίες αυτές δέον να εκτελούνται νωρίς το φθινόπωρο αμέσως μετά την πτώση των φύλλων ή την άνοιξη προ της εμφανίσεως αυτών.

Κυδωνιά: σπορά φύτεμα καλλιέργεια

Λίπανση
Οι υπόλοιποι περιποιήσεις της κυδωνιάς είναι ελάχιστες. Σε συγκαλλιέργεια μετά λαχανικών ή άλλων οπωροφόρων δένδρων δεν επιζητεί ετέρας φροντίδας, ως επωφελούμενη των περιποιήσεων εκείνων. Σε μονοκαλλιέργεια δε αρκείται σε ένα όργωμα πριν το χειμώνα και 1-2 σκαλίσματα την άνοιξη. Αλλά και η τυχόν παραμέληση αυτών την αφήνει αδιάφορη εξακολουθώντας να παράγει αδιάκοπα και άφθονα. Εν τούτοις όμως είναι παρατηρημένο, ότι οι καλώς και επιμελημένες καλλιεργούμενοι κυδωνιές αποδίδουν προϊόντα ογκωδέστερα και ποιοτικώς ανώτερα.
Ως εκ της μεγάλης συνήθως παραγωγής και πλούσιας σαρκώδους μάζας των καρπών, η λίπανση αυτής είναι αναγκαιότατη τουλάχιστον ανά 2-3 έτη. Για αυτό είναι αξιοσύστατη η αποσυντεθειμένη κοπριά σε ποσότητα 30-50 οκάδων κατά δένδρο, στα δε πλούσια σε οργανικές ουσίες εδάφη, τα χημικά λιπάσματα τύπου 4-10-10 σε ποσότητα 1 - 1,5 οκάδων κατά δένδρο ή 60- 100 οκάδων κατά στρέμμα, εφαρμοζόμενα νωρίς το φθινόπωρο, μετά την συγκομιδή των καρπών. Όσον αφορά τα ποτίσματα, όχι μόνο διότι είναι φυτό υδρόφιλο, αλλά και ένεκα του επιπόλαιου ριζικού συστήματος, η κυδωνιά έχει ανάγκη συχνών και άφθονων τοιούτων, εκτός των φυσικώς υγρών και δροσερών τόπων, στα οποία μπορούν να περιορίζονται στο ελάχιστο ή και να παραλείπονται ολοσχερώς. Απεναντίας δε σε τόπους ξηρούς η καλλιέργεια αυτής δεν είναι εφικτή, διότι η μεν βλάστηση της ανακόπτεται συντόμως, οι δε λίγοι παραγόμενοι καρποί αποβαίνουν μικροί και αποκτούν σάρκα ξυλώδη και άνοστη.
Η κυδωνιά εισέρχεται σε καρποφορία, εάν προέρχεται από σπορά, κατά το 7-8 έτος της ηλικίας της, εάν δε από μόσχευμα ή παραφυάδα κατά, το 3-4 έτος από της μεταφυτεύσεως. Σε πλήρη ακμή 20-25 ετών αποδίδει υπέρ τις 100-150 οκαδ. υπό ευνοϊκούς φυσικούς και καλλιεργητικούς όρους, τεχνητώς δε επαυξάνεται δια κυρτώσεως των βραχιόνων και δια χαρακωμάτων ή περισφίξεως των κορμών δια καταλλήλων δακτυλίων.
Η ωρίμανσης των καρπών συντελείται κατά Σεπτέμβριο-Οκτώβριο, διακρινόμενη εκ του κίτρινου χρώματος της επιδερμίδας. Προκειμένου περί διατηρήσεως αυτών σε αποθήκη δεν πρέπει να τοποθετούνται μαζί με άλλους καρπούς, διότι προσδίδουν σε αυτούς την διαπεραστική τους οσμή. Μεγαλύτερη αντοχή διατηρήσεως έχουν τα κυδώνια ενίων ποικιλιών και γενικότερα τα προερχόμενα εκ ξερικών καλλιεργειών. Οι καρποί της κυδωνιάς χρησιμοποιούνται ποικιλοτρόπως. Οι εύχυμοι και μαλακόσαρκοι καρποί τρώγονται σε νωπή κατάσταση, των περισσοτέρων όμως, λόγο της στυφότητας και της συνεκτικότητας της σάρκας της, βιομηχανοποιούνται, είτε στη ζαχαροπλαστική για παρασκευή γλυκών του κουταλιού, κυδωνόπαστων, γλυκοπήκτων κ.λ.π., είτε για την φαρμακευτική για παρασκευή ηδύποτων κατά της διάρροιας. Το ίδιο της βλεννώδους εξωτερικής ουσίας του περισπερμίου αυτών, παρασκευάζονται διάφορα μαλακτικά αναλογών σκοπών.

Ποικιλίες κυδωνιάς
Κυδωνόμηλος (meliforme): Καρπός ογκώδης, σχεδόν σφαιρικόw, πλατύπλευρος, προσομοιάζοντας σχήμα και εμφάνιση μήλου. Επιδερμίδα κιτρινοπράσινη, λεπτή, αποβάλλουσα ταχέως το χνουδωτό περίβλημά της. Σάρκα μαλακή, λίαν εύχυμος, τρωγόμενη και νωπή. Ποικιλία εκλεκτή.
Σιαμπιόν (champion): Καρπός μέγας oγκόπλευρος επιμήκης, κολοβός την κορυφή. Επιδερμίδα βαθέως κίτρινη. Σάρκα κλειστή, αλλά εύχυμος. Ποικιλία προελεύσεως Αμερικής, λίαν διατηρήσιμος.
Πορτογαλίας. Καρπός ογκώδης, μικρότερος του προηγουμένου απιοειδούς σχήματος, συνήθως πλατύπλευρος η και ολίγον ακανόνιστος. Επιδερμίδα χρυσοκίτρινη και σάρκα συνεκτική. Ποικιλία όψιμος εξαίρετος. Απιάμορφος (pyriforme): Καρπός μέτριου μεγέθους, που μοιάζει προς χονδρό αχλάδι. Επιδερμίδα εντόνως κίτρινη και σάρκα ημίκλειστος.
Ρέα - μαμούθ: Καρπός πολύ ογκώδης στρογγυλωπός.
Βάν - Ντεμάν: Καρπός ωοειδής μεγάλου μεγέθους. Σάρκα εύχυμος ποικιλία προελεύσεως Αμερικής, εκλεκτή.
Αφράτη: Καρπός μέτριου μεγέθους, σχεδόν στρογγυλός πτυχωτός περί τον οφθαλμό. Επιδερμίδα ανοικτός κίτρινη και σαρξ μαλακή, χυμώδης. Ποικιλία πολύ εκτιμώμενη στο Πήλιαο.
Γίγας Φράντζας: Καρπός υπερογκώδης, συνήθως, βάρους 300-350 δραμίων. Σάρκα μαλακή εύχυμος. Ποικιλία εκλεκτή, ελάχιστα όμως παραγωγική.
Αγριοκύδωνος: Καρπός μάλλον μικρός, διαυλακούμενος υπό πολλών πτυχώσεων. Επιδερμίδα κιτρινοπράσινη, πολύ χνουδωτή. Σαρξ συνεκτική και εντόνως στυφή. Διατηρείται καλώς.

Ασθένειες
Η κυδωνιά δεν υπόκειται σε πολλές και σοβαρές ασθένειες. Ως σπουδαιότεροι εξ αυτών θεωρούνται:
Σήψης των καρπών
Προκαλείται από ένα είδος μύκητα (monilia L.inhartiana), ο οποίος συντελεί στην μουμιοποίηση των νέων καρπών, ενίοτε δε και στο σχίσιμο των ώριμων, με αποτέλεσμα την ταχεία και ολοκληρωτική σήψη αυτών.

Μαύρισμα των καρπών: Προέρχεται από μικρομύκητα (sclerotinia cydini) ο οποίος προσβάλει τους καρπούς που έχουν δέσει, τους μαυρίζει και τους αποξηραίνει.
Σκωρίαση των φύλλων: Οφείλεται σε μύκητα (stigmatea mespili) αναπτυσσόμενο και προκαλούντας επί των φύλλων ερυθρωπής κηλίδες, επιφέρει όμως ελάχιστες ζημιές.
Όλες οι ανωτέρω ασθένειες καταπολεμούνται ή προλαμβάνονται διά διαβροχών βορδιγαλλείου πολτού ενεργούμενων έγκαιρα, κατά την χειμερινή περίοδο, όπως γίνεται λόγος για την αχλαδιά.
Σήψης των ριζών: Οφείλεται σε προσβολή μυκήτων (armillaria melea) αναπτυσσόμενων σε πολύ υγρούς και θερμούς τόπους, ανεπαρκώς αποστραγγιζόμενους.

Πηγή: Πλήρης πρακτικός οδηγός Δενδροκαλλιεργητού οπωροφόρων δένδρων-Λάμπρου Χ. Οικονομίδου/Παράρτημα Γεωργικού δελτίου μηνός Δεκεμβρίου 1937

Διαβάστε ακόμη:Εποχή και απόσταση φύτευσης δέντρων

Δεν υπάρχουν σχόλια :