Τρίτη, 24 Ιουλίου 2012

Ο Ιπποκράτης, η πτισάνη και οι οξείες ασθένειες

Ιπποκράτης, πτισάνη

1. Οί συγγραφείς των καλούμενων «Κνιδίων Γνωμών» περιέγραψαν ορθώς παν ότι πάσχουν οι άρρωστοι εις έκαστον τών νοσημάτων, καθώς καί τά τής έκβάσεως μερικών έξ αυτών καί μέχρις αΰτοΰ του σημείου ήδΰνατο και ό μή ιατρός νά περιγράψη ταΰτα σαφώς, πληροφορούμενος τά τής νόσου έξ ενός έκαστου νοσοΰντος. Πολλά όμως παρελείφθησαν, υπό των συγγραφέων των «Κνιδίων Γνωμών», έξ εκείνων τά όποια έπρεπε νά γνωρίζουν καλώς οί ιατροί, καί τά όποια τυγχάνουν αξιόλογα διά τήν διάγνωσιν τής νόσου, διότι ταΰτα άπεκρύβησαν υπό τών παρόντων.

2. "Όταν δέ οί ιατροί πρόκειται νά κρίνουν περί τής θεραπείας έκάστης περιπτώσεως επί τή βάσει βεβαίων σημείων (συμπτωμάτων), εγώ ακολουθώ έτέραν οδόν, εκείνης την όποίαν οί Κνίδιοι έχάραξαν, καί οΰχί μόνον διά τοΰτο δεν επαινώ αυτούς, αλλά και διότι έχρησιμοποίησαν ολίγα ιάματα, άφοΰ η όλη των θεραπευτική, πλήν τής τών οξειών νόσων, περιωρίζετο είς τήν χορήγησιν καθαρτικών καί ορροΰ γάλακτος, άναλόγως της εποχής του έτους.

3. Καί παρ’ όλα ταΰτα, εάν όσα συνίστων εις τάς περιπτώσεις ταΰτας ήσαν καλά καί ένδεδειγμένα διά την θεραπείαν των νόσων, θα ήσαν άξια παντός επαίνου, διότι, αν και ολίγα, είναι εν τοΰτοις επαρκή, πλήν όμως δεν γίνεται οΰτως. Τό βέβαιον όμως είναι ότι οί επανεκδώσαντες τό βιβλίον «Αί Κνίδιαι γνώμαι» έπιστημονικώτερον κάπως επραγματεΰθησαν τά τής διαίτης έκάστης περιπτώσεως.

4. Αλλά οΰτε περί διαίτης έγραψαν άξιόλογόν τι οί άρχαίοι, γενόμενοι οΰτω αίτιοι μεγάλης βλάβης. "Ομως δεν ήγνόουν τάς πολυμορφίας των νόσων και την ποικίλην αυτών έκδήλωσιν. Τινές δέ εξ αυτών θέλοντες νά εκφέρουν την ονομασίαν εκάστης νόσου, έσφάλησαν, ένεκα τής δυσχερείας περί την άπαρίθμησιν. Μάλιστα δέ όταν τις ήθελε νά επισημάνη την αυτήν νόσον εις τούς διαφόρους πάσχοντας έκδηλουμένην, εις έκάστην περίπτωσιν διαφοροτρόπως έξελάμβανε την αυτήν νόσον ως άλλην, νομίζων ότι έφ’όσον δεν φέρει τά αυτά ακριβώς συμπτώματα, δεν πρόκειται περί τής αυτής νόσου.

5. Είναι δέ εις εμέ άρεστόν, όπως εις όλην την ιατρικήν καταβάλληται μεγάλη προσοχή, και μάλιστα όσα ιατρικά εργα απαιτούν καλήν και ένδεδειγμένην εκτέλεσιν, ταΰτα νά γίνωνται καλώς και ορθώς, όσα δέ πρέπει νά γινίονται άσήπτως (καθαρώς), νά γίνωνται άσήπτως, καί όσα πρέπει νά γίνωνται άνωδΰνως, ταΰτα θά μεταχειρισθώμεν κατά τον πλέον άνώδυνον τρόπον, καθ’ όμοιον δέ τρόπον και εις τάς λοιπάς περιπτώσεις θά πράξωμεν τό βέλτιστον διαφοροτρόπως τής τακτικής τών συναδέλφων.

6. Προπάντων δέ ήθελον επαινέσει, τον ιατρόν εκείνον, όστις εις τά οξέα νοσήματα, τά όποια άποκτείνουν τούς πλείστους, ώριζε διάφορόν τι, από ό,τι ορίζει διά τά χρόνια νοσήματα, τά οποίον θά έκαλυτέρευε την κατάστασιν του πάσχοντος. Είναι δε τά οξέα νοσήματα όσα οί αρχαίοι εκάλεσαν πλευρΐτιν, περιπνευμονίαν, φρενίτιν, λήθαργον καί καΰσον καί όσα είναι, επακόλουθα τοΰτων, τών οποίων οί συνεχείς πυρετοί πρόκαλοΰν τον θάνατον, καί μάλιστα όταν δεν ενσκήψη λοιμώδης τις επιδημική νόσος , αλλά πρόκειται μόνον περί σποραδικών νόσων, αίτινες πολλαπλασίους συνήθως άποκτείνουν, τών άλλων νόσων.

7. Οί μέν λοιπόν ίδιώται ούχί ευκόλως εννοούν την υπό τών ιατρών καταβαλλομένην προσπάθειαν, ένεκα τής άμαθείας αυτών, καί επαινούν καί ψέγουν άλλότρια ιάματα, καί δέν επαινούν ούτε την ένδεικνυομένην θεραπείαν, ούτε την αξίαν αυτής. Τό ότι δέ τή αληθείς οί ίδιώται σκέπτονται άνοήτως περί τών άναφερομένων είς τάς νόσους, άποδεικνΰεται εκ τού ότι οι μή επιστήμονες ιατροί, νομίζουν ότι είναι ιατροί καί μάλιστα διά ταΰτας τάς νόσους. Εΰκολον είναι δέ να έκμάθη τις τά ονόματα έκείνων πού πρόκειται νά προσφέρη πρός τούς πάσχοντας έκ τών οξέων νοσημάτων, Οί δέ ίδιώται μάλιστα δίδουν ό,τι ό ιατρός όρίσει, ή χυλόν πτισάνης η οίνον ή και μελίκρητον, διά άπαντα δέ ταΰτα οΰτοι νομίζουν ότι ορθώς έχουν, άφού και οί ιατροί ούτως ορίζουν, καί οί καλύτεροι και οί χειρότεροι έξ αυτών. Πλήν δμως ούδαμώς έχουν ταύτα ούτως, αλλά κατά τούτο ακριβώς διαφέρουν οί επιστήμονες ιατροί τών μη έ πίστημόνων.

8. Μου φαίνεται δέ ό,τι άξια αναγραφής είναι καί όσα οί Ιατροί αγνοούν, τά οποία είναι αξιόλογα νά τά γνωρίζουν, καθώς καί όσα φέρουν μεγάλην ωφέλειαν ή μεγάλην βλάβην. Δυσχερώς μέν λοιπόν γίνονται καταληπτά τά έξης : διατί άραγε εις τά οξέα νοσήματα οί μέν τών ιατρών εξακολουθούν τακτικώς νά παρέχουν άδιηθήτους πτισάνας , νομίζοντες ότι ορθώς οΰτω πράττουν, άλλοι δέ έπιμελώς φροντίζουν να απαγορεύσουν τούτο, επειδή νομίζουν ότι θά έπέλθη βλάβη τής υγείας, διό καί διηθούν τήν πτισάνην, έτεροι δέ, δέν χορηγούν ούτε παχεϊαν πτισάνην, ούτε τον χυλόν αυτής, άλλοι πάλιν απαγορεύουν τούτο μέχρι τής 7ης ημέρας καί άλλοι μέχρι κρίσεως τής νόσου.

9. Οί ιατροί μάλιστα ουδέ πρός συζήτησιν είναι εϊθισμένοι, καί εάν τεθούν πρός συζήτησιν τοιαύτα ζητήματα, ίσως νά μή τά γνωρίζουν. Καί κυρίως ένεκα τούτου ή όλη ιατρική έχει διαβληθή εις τό κοινόν, καί τόσον ώστε νά επικρατή η αντίληψις δτι δέν υπάρχει καν ιατρική. "Έπειτα οί εξασκούντες ταύτην διάφορον γνώμην έχουν ο εις τού ετέρου, διά τά οξέα νοσήματα, ώστε όσα ο είς προσφέρει, θεωρών ταύτα ώς άριστα, απορρίπτει ο έτερος ώς επιζήμια. Καί σχεδόν δΰναταί τις νά εΐπη, ότι ή ιατρική, ώς πρός αυτό τό σημείον προσομοιάζει πρός τήν μαντικήν, διότι καί οί οίωνοσκόποι επί τών πτήσεων του ίδιου πτηνού έξελάμβανον τήν πρός τ’ αριστερά πτήσιν ως άγαθόν οιωνόν, και τήν πρός τά δεξιά ως κακόν.Τάς εξηγήσεις ταΰτας τών μέν, διαφοροτρόπως εκλαμβάνουν οί δέ, καί τινες έκ τούτων διεφώνουν. Καθ’ όμοιον τρόπον γίνεται καί είς τήν ίεροσκοπίαν.

10. Υποστηρίζω δέ ότι εξαίρετος καί παραδεκτή καί λίαν σημαντική τυγχάνει ή κατωτέρω (δηλ. ή § 11) σκέψις, είς τούς πλείστους επιστήμονας, και διότι καθιστά τούς νοσούντας υγιείς καί τούς ΰγιαίνοντας διατηρεί καλώς καί διότι παρέχει είς τούς γυμναζόμενους ευεξίαν και είς άλλους δ,τι θελήσουν.

11. Έχω δηλαδή τήν γνώμην ότι ορθώς προεκρίθη η πτισάνη τών λοιπών σιτηρών γευμάτων, διά τά οξέα νοσήματα, διότι τό διήθημα αυτής είναι λεΐον, ομογενές, εΰγευστον, ολισθηρόν, μετρίως ΰγραινον, καταπραϋντικόν τής δίψης, καί, ευκόλως αποβάλλεται, εάν τούτο είναι άναγκαιον, δεδομένου ότι ουχί όλα τά οξέα νοσήματα έχουν ανάγκην σιτίων ευκόλως άποβαλομένων, εκτός τούτων δεν είναι στυπτική, δέν προκαλεΐ δυσάρεστους έντερικάς διαταραχάς καί δέν διογκοΐται εν τω στομάχω, άφοΰ κατά τήν έψησιν προσλαμβάνει τήν μεγαλυτέραν διόγκωσιν.

12. "Όσοι μέν λοιπόν χρησιμοποιούν εις τά οξέα νοσήματα πτισάνην, εν ουδεμιά ημέρα επιτρέπεται, ούτως είπεΐν, νά ύποβληθώσιν εις νηστείαν, άλλα νά εξακολουθούν λαμβάνοντες πτισάνην άδιακόπως, έκτος εάν παρίσταται ανάγκη διακοπής προς λήψιν καθαρτικού τίνος, ή διά τήν ενέργειαν υποκλυσμού. Και εις τούς είθισμένους νά σιτίζωνται δίς, νά παρέχωνται δύο γεύματα, καί εις τούς άπαξ, εν, εάν δέ παρίσταται ανάγκη και δευτέρου, δύναται τούτο νά χορηγηθή βαθμιαίως .

13. Περί τής ποσότητος δέ τής χορηγηθησομένης σούπας (ροφήματος) κατά τά οξέα νοσήματα, πρέπει νά έχωμεν ΰπ’ όψιν μας ότι: εάν μέν πρόκειται περί νόσου, ήτις λόγου τής άφυδατώσεως προκαλεΐ ξηρότητα, θά χορηγήσωμεν ταύτην κατόπιν πόσεως ύδρομέλιτος ή οίνου άναλόγως. Περί τούτου θά γίνη λόγος εν τη οϊκεία περιπτώσει. Έπί υγρού δέ στόματος καί επί ρυθμικής πνευμονικής λειτουργίας δύναται νά χορηγηθή ρόφημα εις μεγαλυτέραν τής συνήθους ποσότητα. Καί εν γένει εις τά οξέα νοσήματα μαλακή καί υγρά γλώσσα δηλοί σύντομον κρίσιν τού νοσήματος, ή δέ ξηρότης αυτής άργήν τήν κρίσιν. Καί περί αυτών ταύτα, περί δέ πολλών άλλων, άτινα παρελείφθησαν, θά γίνη λόγος ύστερον.

14. Και όσον περισσότερον εξακολουθεί να γίνεται ή κάθαρσις, επί τοσοΰτον περισσότερον πρέπει νά χορηγήται ή πτισάνη μέχρι τής κρίσεως, και επί δΰο έτι ημέρας, είς όσους ήθελε φανή, ότι ή κρίσις του νοσήματος θά λάβη χώραν κατά τήν 5ην, 6ην η 9ην ημέραν , πρός προφΰλαξιν εκ τών παροξυσμών τής κρίσεως τών αρτίων ή τών περιττών ημερών. Μετά δε ταΰτα νά χορηγηθή ενωρίς μέν ρόφημα, αργότερον δέ αδροτέρα τροφή.
Συμφέρει δέ εις τάς περιπτώσεις ταΰτας η χορήγησις ευθύς αμέσως άδιηθήτου πτισάνης, εις τούς πλευριτικούς μάλιστα πάραυτα καταπαΰονται αί οδΰναι άμα τή αποβολή πτυέλων άφθόνων, όπερ δηλοΐ άποκάθαρσιν τών πνευμόνων και καλυτέρεσιν τής αποχρέμψεως, και τον σχηματισμόν, σπανίως, εμπυήματος. Έκτος εάν κατ’ άλλον τρόπον ήθελε διαιτηθή, διά νά γίνουν αΐ κρίσεις απλοΰστεραι, ομαλότεραι καί άνευ υποτροπών.

15. Αί πτισάναι πρέπει νά εΐναι εξ άρίστης ποιότητος κριθής καλώς έψημμέναι καί μάλιστα όταν πρόκειται νά χρησιμοποιηθή ο χυλός αυτής. Συν τη άλλη δέ αρετή τής πτισάνης, δέν βλάπτει καταπινομένη ως ολισθηρά, άφοΰ δέν προσκολλάται εις τι μέρος του οισοφάγου, αλλά φέρεται κατ εΰθεΐαν είς τον στόμαχον. Ή καλώς δέ βρασμένη είναι ολισθηροτάτη καί δέν προκαλεΐ δίψαν, είναι πρός τοΰτοις λίαν εΰπεπτος καί ελαφροτάτη, πλεονεκτήματα απαραίτητα.

16. Έάν μάλιστα δέν βοηθήση τις, νά χορηγηθή αυτή δΐς όσους ενδείκνυται, πολλαπλή θά πρόκυψη βλάβη, διότι εις όσους π. χ. τά κόπρανα δέν αποβάλλονται καί επακολουθήσει πτισανορροφία, άνευ προηγούμενης κενώσεως, τό μέν θά προκαλέσει άλγος, τοΰτου πριν μή ΰπάρχοντος, τό δέ θά παροξΰνη τό υφιστάμενον, ως επίσης και μεγαλυτέραν δύσπνοιαν. Τοΰτο είναι κακόν διότι άφ’ ενός μέν προκαλεΐ δύσπνοιαν καί βάρος κατά τά όργανα του υποχονδρίου καί του διαφράγματος, άφ’ ετέρου δέ, εάν έξακολουθή ή πλευρωδυνία, μή ΰποχωροΰσης εις τά θερμά επιθέματα καί τής άποχρέμψεως καθιστάμενης πλέον δυσχεροΰς, ταχέως επακολουθεί ό θάνατος, καί μάλιστα έάν χορηγηθή πτισανορροφία, τής λΰσεως τής παθήσεως μή έπιτευ χθείσης μήτε διά τής κενώσεως, μήτε διά τής φλεβοτομίας, μήτε δι’ άλλου τίνος καθαρτικού μέσου, όπερ ένδείκνυται.

17. Διά ταύτας λοιπόν τάς αιτίας και δι’ άλλας τοιαΰτας αποθνήσκουν περισσότερον κατά τήν έβδόμην, ή καί ένωρίτερον οί πάσχοντες εκείνοι, οί όποιοι χρησιμοποιούν αδιήθητον πτισάνην, άλλοι δέ εξ αυτών παρακροΰουν, καί άλλοι άποπνίγονται έξ όρθοπνοίας καί ρέγχους (ένεκα κακής δξυγονώοσεως). Έχαρακτήριζον δέ τούς τοιοΰτους πάσχοντας οί αρχαίος ως βλητούς καί διά τούτον μάλιστα τον λόγον ότι άποθνήσκοντες ένεφάνιζον πλευρικά τοιχώματα χροιάς μελανοφαίου. Αίτιον δέ τοΰτου είναι ότι αποθνήσκουν πριν υποχωρήση τό άλγος, ταχέως μάλιστα οι τοιοΰτοι καταλήγουν εμφυσηματικοί, ένεκα της ταχύπνοιας καί τής μεγάλης δύσπνοιας, ως ήδη ελέχθη, καθιστάμενου του πτυέλου κολλώδους, καί κατακρατούμενου εντός τών βρόγχων του πνεΰμονος, ότε προκαλει τήν γένεσιν ρόγχων, ένεκα τής δυσχεράνσεως τής άποχρέμψεως. Καί όταν καταλήξη είς τό σημείον τοΰτο γίνεται λίαν θανατώδες, διότι του πτυέλου μή άποβαλλομένου παρακωλύεται ή είσοδος του άέρος καί επακολουθεί ταχεία εκπνοή. Οΰτω τά δΰο κακά έπιτείνουν άλληλα, δεδομένου ότι του πτυέλου μή άποβαλλομένου δυσκολεύεται ή αναπνοή, ή δε δύσπνοια καθιστά επί πλέον κολλώδες τό πτΰελον καί κωλύει τήν άπόχρεμψιν. Ταΰτα πάσχει ο νοσών εξ οξείας τινός νόσου, οΰχί μόνον όταν άκαίρως χρησιμοποιή τήν πτισανορροφίαν, αλλά καί έτι πλέον, όταν προσλάβη άκαταλληλότερόν τι ταύτης. Μάλιστα δέ ή παρασχεθησομένη ιατρική συνδρομή θά είναι παρομοία καί εις τούς χρησιμοποιούντας τήν αδιήθητο ν πτισάνην καί είς τους χρησιμοποιοΰντας τον χυλόν αυτής, διάφορος όμως διά εκείνους οίτινες ούδέν έκ τούτων χρησιμοποιούν, άλλά έτερόν τι ποτόν.

18. Ως εξής δέ, εν γενικαίς γραμμαίς, πρέπει νά ορίζομεν τήν δίαιταν διά τούς έξ οξέων νοσημάτων πάσχοντας, ήτοι: εάν μέν άρχίση ό πυρετός, του πάσχοντος προ μικρού γευματίσαν τος καί μή εκκενωθείσης είσέτι τής κοιλίας του, είτε μετά οδΰνης, είτε άνευ, δέν δίδομεν ρόφημα μέχρις ότου διαπιστωθή ή πρός τά κάτω μέρη του εντέρου κάθοδος τών κοπράνων. Έπί κοιλιακού άλγους δίδεται μόνον όξύμελι, τόν μέν χειμώνα θερμόν, τό δέ θέρος ψυχρόν, και επί εντόνου δίψης ΰδρόμελι καί ύδωρ. Έπί πόνου, ΰπαρχούσης υποψίας κινδύνου, χορηγείται επί καλώς διατηρουμένων τών δυνάμεων, μετά τήν την7ην ή 9ην ημέραν, ρόφημα, οΰτε άφθονον, οΰτε παχύ. Έπί νεωστι προσλαβόντος τροφήν, άνευ κενώσεως του έντερου, έπί μέν πάσχοντος, διατηροΰντος άκεραίας τάς σωματικάς του δυνάμεις ενεργεΐται υποκλυσμός, επί πάσχοντος δέ ατόμου εξησθενημένου, συνιστάται καθαρτικόν υπόθετον.

19. Διά τήν κατάλληλον δέ ευκαιρίαν τής χορηγήσεως του ροφήματος άπαιτείται προφΰλαξις και κατά τήν αρχήν και κατά τήν έξέλιξιν τής νόσου, ούτως έπί ψυχρών ποδών να άποφεΰγηται ή πρόσληψις ροφήματος καί μάλιστα ποτών, επί άναθερμάνσεως αυτών δΰνανται νά χορηγηθούν ταύτα και νά γίνει πιστευτόν ότι αι εΰκαιρίαι αΰται μεγάλας δΰνανται νά έχουν σημασίας δια όλας τάς νόσους και κυρίως διά τάς οξείας, τάς εμπύρετους και κινδυνώδεις. Τοΰτων οΰτως εχόντων δυνάμειθα νά συνιστώμεν κατά πρώτον τον χυλόν τής πτισάνης, ακολούθως τήν άδιήθητον πτισάνην, ακριβώς κατά τάς προγεγραμμένας ενδείξεις. Τήν δέ (φλεγμονώδη) πλευρωδυνίαν, ήτις γίνεται είτε κατά τά αρχικά στάδια τής νόσου (δηλ. πλευρίτιδος), είτε ύστερον, θά προσπαθήσωμεν νά διαλΰσωμεν εγκαίρως χρησιμοποιοΰντες τό πρώτον θρερμάσματα. Θερμασμάτων δέ άριστον είναι τό θερμόν ΰδωρ, όπερ τίθεται εντός άσκιδίου, ή βοείου κΰστεως, ή εντός χάλκινου, ή πήλινου αγγείου. Επί δέ του άλγοΰντος μέρους τίθεται προηγούμενους μαλακόν τι ύφασμα πρός τον σκοπόν ήπιωτέρας ένεργείας του θερμού.

21. Άγαθόν δέ καί ή τοποθέτησις σπόγγου μαλθακού εμβαπτιζόμενου εντός θερμού ΰδατος καί πιεσθέντος. Τά θερμάσματα έπικαλΰπτομεν δι’ίματίου τινός, ΐνα διατηρηθή η θέρμανσις έπί περισσότερον χρόνον καί ΐνα μή ό ατμός είσπνέηται υπό του πάσχοντος, εκτός αν καί τοΰτο ήθελε νομισθή ότι δΰναται να άποβή ωφέλιμον, διότι καί τοΰτο παρέχει ενίοτε ωφέλειάν τινα. Προσέτι ώς θερμάσματα δΰνανται νά προστεθούν κριθή, όροβος, πίτυρα, άτινα λειοτριβοΰμεν καί άφοΰ διαλΰσωμεν εντός όξους μεθ’ ΰδατος (του όξους όντος ολίγον οξυτέρου του χρησιμοποιούμενου προς πόσιν) τοποθετοΰμεν επί του άλγοΰντος πλευροΰ, εντός μαρσιπίου καλώς έρραμμένου. Διαπΰρωσις δέ ξηρά είναι πλέον κατάλληλος η διά τής χρησιμοποιήσεοος μαγειρικού άλατος ή πεφρυγμένου κέχρου προκαλουμένη, διότι ό κέχρος είναι ελαφρός καί εΰπρόσδεκτος . Ταυτα χρησιμοποιοΰμεν θέτοντες εντός μάλλινου σακκιδίου.

22. (Έκτος τών θερμασμάτων και τών πυριών) και ή έντριβή διαλύει τούς τοιούτους πόνους καθώς και τό πλευρικόν άλγος, όπερ έπεκτείνεται πρός τάς κλείδας. Επίσης καί ή φλεβοτομία διαλύει τό άλγος τό μή εξικνούμενον μέχρι τών κλειδών. Έάν όμως διά τών θερμασμάτων δέν καταπαύη το πλευρικόν άλγος, ή έπί μακρόν θέρμανσις ουδόλως αποβαίνει ωφέλιμος, ως αποξηραντική τού πνεύμονος καί ως έκπυητική. "Όταν δέ το άλγος εκδηλώνεται περί τήν κλείδα και είς τόν βραχίονα προστίθεται βάρος, ή κατά τήν μαζικήν χώραν, ή ύπεράνω του διαφράγματος πρέπει νά γίνηται φλεβοτομία τής εσω καθ’ αγκώνα φλεβός καί ν’ άφαιρήται συχνάκις τό αίμα, έως ότου ρεύσει πολύ έρυθρότερον, ή αντί τού καθαρού καί τού ερυθρού, ερυθρομέλαν, διότι άμφότερα είναι δυνατόν νά συμβούν.

23. Έπί ΰποδιαφραγματικού άλγους, άνευ έπεκτάσεως πρός τήν κλείδα, μαλακήν ποιούμεν τήν κοιλίαν (διά θερμασμάτων), ή καθαίρομεν ταύτην διά μελανός έλλεβόρου, ή μηκώνος, προσμιγνΰοντες τόν μέλανα ελλέβορον μετά δαΰκου ή σεσίλεως ή κυμίνου, ή ανήθου, ή διά άλλου τίνος εκ τών εύοσμων ποών. Τό πέπλιον δέ δίδεται μετά τού οπού τού σιλφίου, επειδή μετ' αυτού άποτελούν ομότροπα φάρμακα. Ό μέλας έλλέβάρος προκαλεί εΰκολώτερον κάθαρσιν καί οδηγεί ενωρίτερον εις τήν κρίσιν τής νόσου, τό πέπλιον όμως διευκολύνει περισσότερον τήν αποβολήν τών έντερικών αερίων. Αμφότερα καταπραΰνουν τό άλγος, παύουν δέ τούτο καί άλλα πολλά ΰπή λατα κί έφόσον εγώ γιγνώσκω ταύτα τυγχάνουν τά άριστα. Αφού καί τά μετά τών ροφημάτων χορηγούμενα ΰπήλατα βοηθούν, όσα εκ τούτων δέν είναι ύπερβολικώς αηδή, ή πικρόγευστα, ή δέν παρέχουν είς τόν πάσχοντα άλλην αηδίαν, ή διά τήν ποσότητα, ή διά τήν χροιάν.

24. Μετά τήν λήψιν του καθαρτικού φαρμάκου, χορηγείται πάραυτα ή πτισάνη και ούχί εις ποσότητα αξίαν λόγου ή όσον συνήθως έλαμβάνετο. Επειδή σύμφωνον πρός τήν λογικήν είναι, όπως μετά τήν λήψιν του καθαρτικού καί διαρκοΰσης τής καθαρτικής αυτού ενεργείας ούδέν χορηγήται, μόνον όταν αΰτη λήξη, τότε δΰναται νά χορηγηθή ρόφημα εις μικροτέραν ποσότητα τής συνήθους. Μετά δέ ταύτα δΰναται να αύξηθη ή χορηγητέα ποσότης τών τροφών έφόσον τό άλγος έχει υποχωρήσει, καί δέν ΰφίσταται έτέρα τις άντένδειξις. Καθ’ όμοιον τρόπον ενεργούμεν καί επί περιπτώσεως χορηγήσεως τού χυλού τής πτισάνης. Διισχυρίζομαι μάλιστα ότι προτιμότερον είναι να άρχίση νά λαμβάνη ό πασχών τό ρόφημα ευθύς αμέσως μετά τήν έπίτευξιν τής καθάρσεως, παρά κατόπιν νηστείας τριών ή πέντε ή εξ ή επτά ήμερων, έάν βεβαίως δέν εχη κριθή εν το μεταξύ ή νόσος. Καί έν ή περιπτώσει πρόκειται έξαρχής νά δοθή τό ρόφημα—ήτοι ή σοΰπα—καί τότε αί προπαρασκευαί θά γίνουν καθ’ όν τρόπον έλέχθη.

25. Περί τής λήψεως τών ροφημάτων ούτως εγώ γνωρίζω, αλλά καί περί τής χρήσεως τών ποτών, καθ’ όμοιον έν γένει τρόπον θά πράξωμεν, ως ακριβώς έλέχθη. Γνωρίζω δέ ότι οι ιατροί πράττουν τά αντίθετα τών όσων πρέπει νά πράττουν ορθώς, διότι άπαντες προτιμούν νά υποβάλλουν τούς πάσχοντας εις μεγάλην νηστείαν, έπί δΰο, ή έπί τρεις, ή επί περισσοτέρας ήμέρας, άποξηραίνοντες τοΰτους, καί κατόπιν προσφέρουν ροφήματα καί ποτά. Νομίζουν ΐσως ώς εύλογον, ότι τής μεγάλης μεταβολής γινόμενης έκ τής νόσου έν τώ οργανισμοώ, έπιβαλλετίχι μεγαλύτερα άντίδρασις διά τής αλλαγής της διαίτης. Κυρίως όμως θά ΰποστή ζημίαν ο νοσών εκείνος, όστις ΰπόκειται εις έσφαλμένην δίαιταν χρησιμοποιών άδιήθητον πασάνην, ολιγώτερον δέ δταν λάβη τον χυλόν αυτής (και ελάχιστα όταν λάβη ποτά).

Διαβάστε ακόμη:Η εξέταση του Δημόκριτου για τρέλα από τον Ιπποκράτη

Δεν υπάρχουν σχόλια :