Αφιέρωμα στις ελιές και το λάδι

Ασθένειες και προστασία της ελιάς

Βυζαντινές συνταγές και Σαρακοστιανή διατροφή

Βυζαντινών συνταγές: τρούφες, φουά γκρά, γάρος, Αγγελική φασολάδα

O γάρος ή το γάρον, λικουάμεν ή αβδώμιον αποτελούσε την κατ' εξοχήν σάλτσα ή περίχυμα των Βυζαντινών. Γνωστός ήδη από την ύστερη αρχαιότητα χρησιμοποιείται ακόμη ευρύτερα κατά τους βυζαντινούς χρόνους. Πρόκειται για παρασκεύασμα με βάση τα εντόσθια των ψαριών ή και ολόκληρα ψάρια μικρά (αθερίνες, λεπτές τρίγλιες) ή μεγάλα (σκουμπριά, σαβρίδια). Αφού τα τοποθετούσαν σε σκεύος με άφθονο αλάτι (και κατά περίπτωση ρίγανη) τα σκέπαζαν και τα εξέθεταν στον ήλιο δυο ή τρεις μήνες ανακατεύοντάς τα συχνά. Το παχύρευστο υγρό που παίρνανε έπειτα από το σούρωμα ήταν ο γάρος που αραιωνόταν με νερό (υδρόγαρος), κρασί (οινόγαρος), ξύδι (οξύγαρος) και λάδι (ελαιόγαρος ή γαρέλαιον). Στα βυζαντινά τραπέζια υπήρχε το γαράριον ή γαρερόν, δοχείο που περιείχε το γάρον με το οποίο περίχυναν τα διάφορα φαγητά.

ΣΥΚΩΤΑ ήπατα χηνών λιπαρά και μεγάλα. Ήδη από την αρχαιότητα εφαρμόζονταν διάφοροι τρόποι για την πάχυνση των χηνών με σκοπό την απόκτηση μεγάλων και λιπαρών ηπάτων. Οι χήνες εξαναγκάζονταν να πίνουν ορό γάλακτος ή μελίκρατο και να τρώνε επί είκοσι μέρες βρεγμένα δημητριακά αλλά κυρίως ξερά σύκα (εξ ού και συκωτόν ήπαρ που έδωσε τη λέξη συκώτι). Αποκτάται έτσι ένα απαλό και λευκό συκώτι που αφού αφαιρεθεί τοποθετείται σε πλατύ αγγείο γεμάτο με χλιαρό νερό το οποίο αλλάσσεται δύο και τρεις φορές. Αυτό το είδος του foie gras μαρτυρείται κυρίως στα πρωτοβυζαντινά χρόνια.

O Σιθ τον 11ο αι. αναφέρεται μόνο στις θεραπευτικές ιδιότητες του λίπους, της γλώσσας και των όρχεων των χηνών στα δε κομνήνεια χρόνια και εξής η χήνα αποτελούσε το αγαπημένο πτηνό των περίτεχνων μονοθυλεύσεων ή μονοθυλευτών, δηλαδή των παραγεμισμένων ζώων με μεγάλα πτηνά, όπως η χήνα, που ήταν γεμισμένα με τη σειρά τους με μικρότερα, όπως περιστέρια, κοτσύφια κ.λ.π.

Ύδνον είναι είδος υπόγειου μανιταριού, γνωστό στα νεοελληνικά ιδιώματα ως ύτανον ή ύτινον. Οι βυζαντινοί το θεωρούσαν βολβό, καθώς δε ανασκάπτεται συνήθως από τους χοίρους στα νεοελληνικά καλείται και χοιρόψωμο ή χοιροβότανο. Πρόκειται για τις γνωστές και πανάκριβες στους διεθνείς καλοφαγάδες γαλλικές truffes. Τα ύδνα τρώγονταν ωμά, βραστά ή ψημένα. Τα απέστελλαν ως ακριβό δώρο και ο Μιχαήλ Ψελλός (11ο αι.) τα θεωρεί σπουδαίο έδεσμα και τα περιγράφει σε επιστολή του. Ακόμη και στους χρόνους μας θεωρείται «αφεντικόν μαγέρεμα».

Μιαν έψησιν μας παραδίδει ο Σιθ πάντα στον 11ο αι. «Πρέπει πριν από το μαγείρεμα (προ της εψήσεως) για να τα καθαρίσουμε να τα πλένουμε πολλές ώρες μέσα σε νερό. Μετά τα βράζουμε (έψειν) σε νερό που έχουμε ρίξει αλάτι, ρίγανη και πήγανο. Μετά το βράσιμο (μετά την έψησιν) το αρτύομε με λάδι, θρούμπα, πιπέρι και γάρο».

Σαρακοστιανή διατροφή και μαγειρείες
(Μεγάλη Τεσσαρακοστή στη Μονή Στουδίου, Κωνσταντινούπολη, 9ος αι.).

Χαρακτηριστικά: Φαγητό μία φορά την ημέρα. Ξηροφαγία (τίποτε το χλωρό, χόρτα ή οπωρικά), όσπρια χωρίς λάδι, οστρακόδερμα, ανόστεα (μαλάκια, σαλιγκάρια;) και ταρύχια (τουρσιά). Κρασί μόνο Σάββατο και Κυριακή και τρία ποτήρια του Ευαγγελισμού. Πιθανή εξαίρεση ελάχιστο κρασί τη Μεγάλη Εβδομάδα ως τονωτικό λόγω της κοπώσεως των αγρυπνιών. Ψάρια και λάδι ποτέ όλη τη Σαρακοστή, μόνο του Ευαγγελισμού και το Σάββατο και Κυριακή των Βαΐων.

Διατροφικά μοντέλα

  1. Την πρώτη και τέταρτη εβδομάδα της Σαρακοστής: Φάβα εξεστόν, αλμαία χωρίς ελαίου, ξηρά σύκα (ισχάδες), δαμάσκηνα, κάστανα και απίεφθα (βραστά απίδια).
    Πίνεται δε εύκρατον, το γνωστό μεταγενέστερα ως κυμινόθερμον ή κυμινοθέρμιν.
  2. Τις υπόλοιπες εβδομάδες της Σαρακοστής: Κόκκους εξεστούς, αλμαία εις τα σκουτέλλια, μαγειρεία όσπριον μετά καρύου τριπτού. Καθόλου ξηρά σύκα ή οπωρικά.
  3. Πίνετε και πάλι εύκρατον. Από τα όσπρια μόνο για την Μεγάλη Πέμπτη δίνεται η διευκρίνιση μαγειρεία όσπριον μετά καρύου τριπτού και ζεστά κουκία, δηλαδή βραστά κουκιά.

H φασολάδα των αγγέλων

Η μαγειρεία όσπριον μετά καρύου τριπτού πιθανότατα είναι αυτή που περιγράφεται παρακάτω ως φασολάδα των αγγέλων.

Πάντως δεν γίνεται σαφές αν το μοσχοκάρυδο μπαίνει όταν η μαγειρεία είναι μόνο άνευ ελαίου ή και μετά ελαίου, καθώς μνημονεύεται τη Σαρακοστή. «Μια πολύ κρύα μέρα της Σαρακοστής, λίγο πριν αρχίσει η θεία λειτουργία, ο Επιφάνιος, χωρίς τη βοήθεια των υπηρετών του, έψιεν όσπριον το λεγόμενον οροφάσουλον, βάζοντας τη χύτρα πάνω στα κάρβουνα που είχε μέσα στον κοιτώνα του να ζεσταθεί. Και όπως καθόταν και ζεσταινόταν ψήνοντας το φαγητό, κτύπησε το σήμαντρο για τη λειτουργία, κι αυτός σηκώθηκε και πήγε χωρίς να αφήσει κάποιον στην επιμέλεια του εψήματος.

Κι εκεί στην εκκλησία με αθέμιτους λογισμούς τον πολεμούσε ο επικατάρατος δαίμονας:
«Μια εβδομάδα ολόκληρη ούτε έφαγες ούτε ήπιες και τώρα που μόλις νοιάστηκες για την ευτελή σου τροφήν την παράτησες και έφυγες. Άντε, λοιπόν, βγες και πήγαινε να δεις αν μυρίζει τσίκνα, μήπως κάηκε το φαγητό σου». Ο Επιφάνιος όμως σταυροκοπήθηκε και παρέμεινε ως την απόλυση. Γυρίζοντας στο σπίτι του βρήκε τους υπηρέτες του να παραξενεύονται όλοι τους και να αναρωτιούνται από πού βγαίνει αυτή η ωραιότατη και ασύγκριτη ευρωδιά.

Μπήκε λοιπόν ο Επιφάνιος στον κοιτώνα του και είδε τη χύτρα πάντα πάνω από αναμμένα κάρβουνα κι έναν πανύψηλο κι όμορφο νέο, με πρόσωπο πιο λαμπερό από τον ήλιο και με ανασκουμπωμένο το δεξί του χέρι, να την ανακατεύει. Και ο γλυκός εκείνος μάγειρος, αφού γεύτηκε λίγο από το μαγείρεμα (ο ηδύς εκείνος μάγειρος απογευσάμενος του ζωμού) για να δοκιμάσει αν ήταν νόστιμα ψημένο, έβγαλε από τον κόλπο του ένα σακουλάκι και με τα τρία του δάκτυλα έριξε άρτυμα στη χύτρα κι έπειτα ξανακάλυψε το ανασκουμπωμένο χέρι του. Βλέποντας δε τον Επιφάνιο του χαμογέλασε κι αμέσως απέκτησε φτερά κι εξαφανίσθηκε (...)

Κι ο Επιτάφιος με συντετριμμένη καρδιά πήγε να δοκιμάσει τι είδους έψημα του είχε παρασκευάσει (...οποίον αυτώ ο φανείς το έψημα κατασκεύασεν). Και το 'βρε να 'χει τέτοια ευωδιά, που δεν μπορεί κανείς πάνω στη γη να συναντήσει. Πήρε λοιπόν από το όσπριο και έφαγε. Και γέμισε από άπειρη γλυκύτητα και μετατράπηκαν αμέσως σε μια κατάσταση ένθεης διάθεσης όλες του οι αισθήσεις». (Βίος Ανδρέα Σαλού, 8ου - 10ου αι.)

Πηγή: Του Ηλία Αναγνωστάκη / H ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ - M. ΣΑΒΒΑΤΟ 18 - ΚΥΡΙΑΚΗ ΠΑΣΧΑ 19 ΑΠΡΙΛΙΟΥ 1998

Διαβάστε ακόμη:Το αλάτι του Απόστολου Λουκά

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σχόλια που δεν είναι σχετικά και δεν αποσκοπούν σε σοβαρή συζήτηση του συγκεκριμένου θέματος θα διαγράφονται. Παρακαλώ να γράφεται κόσμια και με Ελληνικούς χαρακτήρες.
Η ευθύνη των σχολίων ανήκει αποκλειστικά και μόνο στους σχολιαστές.