Βασικές αρχές για την εγκατάσταση επιφανειακού τάπητα

Βασικές αρχές για την εγκατάσταση επιφανειακού τάπητα

Ενδυνάμωση του εδάφους με φυτά επιφανειακής κάλυψης

Αφού σπαρθεί το τριφύλλι ως φυτό χλωρής λίπανσης παραμένει σε καλή κατάσταση για 6-7 περίπου χρόνια και μετά η ανάπτυξή του βαθμιαία επιβραδύνεται. Μολονότι η καλή μεταχείριση μπορεί να παρατείνει τη ζωή μιας έκτασης με τριφύλλι, δέκα περίπου χρόνια μετά την αρχική σπορά η καλλιέργεια φθίνει σε σημείο που αρχίζουν να ξαναεμφανίζονται ζιζάνια. Σ' αυτά τα ζιζάνια περιλαμβάνονται αναρριχώμενα και έρποντα όπως η περιπλοκάδα και το Kodzu και πολυετή όπως διάφορα Rumex (λάπαθο). Τα ζιζάνια αυτά αντέχουν στο τριφύλλι και επιζούν για να επανεγκατασταθούν αργότερα.

Έτσι, δέκα ίσως χρόνια μετά τη σπορά του τριφυλλιού ο οπωρώνας κατακλύζεται και πάλι από ζιζάνια, αλλά αυτό δε δημιουργεί κανένα πρόβλημα εφόσον τα ζιζάνια δεν εμποδίζουν τις καλλιεργητικές εργασίες. Στην πραγματικότητα, το έδαφος τείνει να χάσει την ισορροπία του, όταν το ίδιο φυτό μεγαλώνει από χρόνο σε χρόνο στο ίδιο χωράφι- η εμφάνιση και διαδοχή των διαφόρων ζιζανίων είναι πιο φυσική και συντελεί περισσότερο στον εμπλουτισμό και εξέλιξη του εδάφους.

Δεν έχω πρόθεση να επιμείνω στην κάλυψη με τριφύλλι- μια εδαφική κάλυψη με ζιζάνια πιθανόν να είναι το ίδιο καλή. Το μόνο που θα με ενδιέφερε είναι να μη γίνει η ανάπτυξη του ζιζανίου τόσο πυκνή ώστε να παρεμποδίζεται η κοπή του όταν χρειάζεται. Αν συμβαίνει κάτι τέτοιο, τότε καλό θα είναι να σπείρουμε ξανά τριφυλλόσπορο ή σπόρους λαχανικών.

Η επιλογή του φυτού που θα χρησιμεύσει σαν εδαφικός τάπητας για τη βελτίωση του εδάφους εξαρτάται κυρίως από τις τοπικές συνθήκες. Όλα τα φυτά εμφανίζονται για κάποιο λόγο. Η διαδοχή διαφόρων φυτών λαμβάνει χώρα με τα χρόνια καθώς το έδαφος εμπλουτίζεται. Σπέρνοντας σπόρους λαχανικών της ίδιας οικογένειας με τα ζιζάνια που μεγαλώνουν στον οπωρώνα, μπορούμε τελικά να αντικαταστήσουμε τα ζιζάνια με λαχανικά.

Αυτά τα λαχανικά αποτελούν κατάλληλη τροφή για τους νέους που ζουν ακολουθώντας μια φυσική διατροφή στις καλύβες που υπάρχουν στον οπωρώνα μου. Μεγάλα, ανθεκτικά λαχανικά είναι δυνατό να μεγαλώσουν αν απλώς διασκορπίσουμε σπόρο από λαχανικά της οικογένειας των Σταυρανθών το φθινόπωρο, της οικογένειας των Σολανωδών την άνοιξη και ψυχανθών νωρίς το καλοκαίρι ανάμεσα στα ζιζάνια του οπωρώνα. Θα επανέλθω σ’ αυτό αργότερα, αλλά φθάνει να πούμε εδώ ότι η σπορά των λαχανικών όχι μόνο αποτελεί ένα αποτελεσματικό μέσον για τον έλεγχο των ζιζανίων, αλλά επίσης και μια δυναμική τεχνική για τη βελτίωση του εδάφους.

Μπορεί κανείς να καταλάβει πιο γρήγορα τη φύση του εδάφους εξετάζοντας τα ζιζάνια που μεγαλώνουν σε αυτό παρά εξετάζοντας το ίδιο το έδαφος. Τα ζιζάνια λύνουν το πρόβλημα τόσο των ζιζανίων όσο και του εδάφους. Το μόνο που έκανα ήταν να θέσω σε εφαρμογή αυτή την πεποίθηση μου για την αποκατάσταση του άγονου εδάφους, των δέντρων και της γης ενός οπωρώνα που καλλιεργήθηκε για πολλά χρόνια με επιστημονικές μεθόδους.

Χρειάστηκαν πάνω από τριάντα χρόνια -και ομολογώ πως ίσως είναι λίγα- αλλά έμαθα μέσα από τη φυσική καλλιέργεια πώς να αποκαθιστώ το έδαφος με φυσικό τρόπο και ποιο είναι το φυσικό σχήμα ενός δέντρου.

Διαχείριση του Εδάφους: Χρειάζεται πολύς χρόνος για τη βελτίωση του εδάφους με τη φυσική καλλιέργεια. Φυσικά, με τους μεγάλους εκσκαφείς σήμερα το έδαφος μπορεί να αναβαθμιστεί αν εκριζώσουμε τα πάντα και ρίξουμε μεγάλες ποσότητες ακατέργαστης οργανικής ουσίας και οργανικού λιπάσματος στο χωράφι. Μολαταύτα, αυτό απαιτεί τεράστια έξοδα για μηχανήματα και υλικά.

Πέντε με δέκα χρόνια χρειάζονται για να δημιουργηθούν 15 εκατ. επιφανειακού εδάφους με τη βελτίωση του εδάφους από την καλλιέργεια φυτών επιφανειακής κάλυψης. Σύμφωνα με τις τρέχουσες οικονομικές αντιλήψεις, ένα μειονέκτημα των μεθόδων φυσικής καλλιέργειας είναι ότι παίρνουν πολύ χρόνο. Ίσως οι μέθοδοι αυτές να φαίνονται κατώτερες σ’ έναν κόσμο που πιέζεται από το χρόνο, αλλά, αν η γεωργική γη κατανοηθεί σωστά ως μια κληρονομιά που θα διατηρηθεί για τις επόμενες γενιές, η γενική εκτίμηση της φυσικής καλλιέργειας θα βελτιωθεί. Γη που γίνεται ολοένα και πιο γόνιμη με την πάροδο του χρόνου χωρίς όργωμα, βοτάνισμα ή χημικά λιπάσματα αντιπροσωπεύει όχι μόνο μια συσσώρευση εργασίας και κεφαλαίου, αλλά και μια αύξηση στα μη υλικά αγαθά επίσης.

Η βελτίωση των φυσικών ιδιοτήτων και η εφαρμογή ανθρώπινης προσπάθειας από μόνες τους έχουν απλώς παροδικά αποτελέσματα. Η φυσική καλλιέργεια κάνει χρήση των δυνάμεων των ζωντανών οργανισμών για τη βελτίωση, φυσική και χημική, του εδάφους, μια διαδικασία που πάει χέρι-χέρι με τη συνολική πορεία της καλλιέργειας οπωροφόρων.

Οι ευεργετικές συνέπειες αυτού του τρόπου προσέγγισης τελικά φαίνονται εύκολα στη μακρύτερη διάρκεια ζωής των οπωροφόρων, που είναι ίσως δύο με τρεις φορές μεγαλύτερη από ότι σε φρουτόδεντρα μεγαλωμένα με επιστημονικές μεθόδους.

Αυτό συμβαίνει, γιατί, όπως οι κότες, οι χοίροι και οι αγελάδες που εκτρέφονται με τεχνητή τροφή σε στενόχωρες κλωβοστοιχίες και σε μαντριά, έτσι και τα οπωροφόρα δέντρα που μεγαλώνουν σε τεχνητά προετοιμασμένο έδαφος με τεχνητά λιπάσματα είναι αναπόφευκτα αδύνατα και γίνονται είτε νάνα είτε ψιλόλιγνα και ανίκανα να ζήσουν τη φυσική διάρκεια ζωής τους.

Ένας άλλος λόγος έχει να κάνει με την ποιοτική βελτίωση του εδάφους. Προφανώς, η επιστημονική καλλιέργεια κάνει χρήση ορισμένων μεθόδων για τη βελτίωση φτωχών εδαφών. Για παράδειγμα, αν το έδαφος είναι όξινο, εφαρμόζει ασβέστη ή παίρνει μέτρα για να αποτρέψει την υπερβολική πρόσληψη μαγγανίου ή μια έλλειψη σε φώσφορο ή μαγνήσιο. Και αν ο αερισμός του εδάφους είναι φτωχός, η ανάπτυξη του ριζικού συστήματος μικρή ή υπάρχει ανεπαρκής ποσότητα ψευδαργύρου, παίρνονται διορθωτικά μέτρα, όπως π.χ. η προσθήκη Zn. Αλλά αν αντίθετα το έδαφος γίνεται αλκαλικό, αυτό έχει συνέπεια να δημιουργηθεί έλλειψη Zn και Mn, έτσι ώστε ακόμη και η διόρθωση της εδαφικής οξύτητας δεν είναι εύκολη υπόθεση.

Υπάρχουν ωστόσο πολλοί άλλοι παράγοντες εκτός από την οξύτητα (Ph) που επηρεάζουν την ποιότητα του εδάφους. Μια απειρία παραγόντων και συνθηκών -φυσικών, χημικών, βιολογικών- συμμετέχουν στη συνολική εκτίμηση. Ούτε είναι σε θέση κανείς δικαιολογημένα να ονομάσει ένα έδαφος υγιές ή άρρωστο επειδή δεν υπάρχουν κριτήρια με τα οποία να κρίνει αν μια χούφτα χώμα περιέχει το σωστό αριθμό ορισμένων μικροβίων, τη σωστή ποσότητα οργανικής ύλης και το σωστό ποσοστό νερού και αέρα.

Επειδή είναι βολικό και όχι για κανένα άλλο λόγο, συγκρίνουμε την αξία του εδάφους που αποκτιέται με την επιστημονική καλλιέργεια με το έδαφος ενός φυσικού οπωρώνα κοιτάζοντας το βαθμό ανάπτυξης των δέντρων, την ποσότητα και ποιότητα των καρπών που συγκομίζονται και το αν τα δέντρα δίνουν πλήρη καρποφορία κάθε χρόνο ή μόνο χρόνο παρά χρόνο. Αλλά, έστω και με τέτοια κριτήρια, τα τριάντα χρόνια μου φυσικής καλλιέργειας συγκρίνονται ευνοϊκά με την επιστημονική καλλιέργεια από κάθε άποψη. Στην πραγματικότητα, παρόμοια σύγκριση αφήνει έντονα την εντύπωση ότι η επιστημονική καλλιέργεια απαιτεί περισσότερη εργασία και είναι λιγότερο αποδοτική από ότι η φυσική καλλιέργεια.

Δε χρησιμοποίησα ποτέ άσβεστο ή άλλο τύπο μικροστοιχείων και παρόλα αυτά δεν παρατήρησα τροφοπενίες. Ποτέ δεν υπήρξε παρόμοιο πρόβλημα. Η συνεχής αλλαγή στις συνθήκες του εδαφικού τάπητα μέσα στον οπωρώνα έδειξαν μόνο ότι το έδαφος μεταβάλλεται συνεχώς και ότι τα οπωροφόρα που μεγαλώνουν σε αυτό το έδαφος προσαρμόζονται διαρκώς σε παρόμοιες αλλαγές.

Πηγή: Η φυσική καλλιέργεια-Masanobu Fukuoka

Διαβάστε ακόμη:Τα λαχανικά και ποιές αρρώστιες θεραπεύουν

Δημοσίευση σχολίου