Τρίτη, 9 Απριλίου 2013

Βυρσοδεψία και βαφική από την βελανιδιά

Βυρσοδεψία και βαφική από την βελανιδιά

Το βελανίδι δε χρησιμοποιείται μόνον για την τροφή των ζώων και κυρίως των χοίρων. Το καπελάκι του βελανιδιού (βελανιδόκουπα ή καπάκι) αποτελεί εξαιρετικό δεψικό και βαφικό υλικό που αντικαθιστά τις χρήσεις της τανίνης και μάλιστα χρησιμεύει για προετοιμασίες κατεργασίας πιο ευαίσθητες.
Στην προβιομηχανική βυρσοδεψία κατά τη διαδικασία της επεξεργασίας μετά τα αλλεπάλληλα πλυσίματα και την κατεργασία των δερμάτων με αλάτι εβύθιζαν τα δέρματα μέσα σε ειδικές λίμπες με εκχύλισμα από βελανίδι όπου και παρέμειναν ως τη στιγμή της βαφής. Η πρακτική αυτή απέβλεπε στο να φουσκώσει το δέρμα, να το καταστήσει πιο τρυφερό και εύκαμπτο ώστε να απορροφά ευκολότερα το χρώμα.

Το καπάκι του βελανιδιού έτριβαν επάνω σε μεγάλες πλάκες με κυλιόμενη πέτρα ή και σε ειδικό μύλο, τον ταμπακόμυλο, με ειδικές σκληρές μυλόπετρες που κινούσε περιφερόμενο ζώο. Συχνά κατέφευγαν και στους μυλωνάδες των αλευρόμυλων που δυστροπούσαν όμως να τρίψουν βελανίδι, γιατί μαύριζαν οι μυλόπετρες. Το τριμμένο δεψικό υλικό διέλυαν σε ζεστό νερό μέσα στις λίμπες για να βγάλει την τανίνη (να θερμιστεί). Εκεί αφού κρύωνε το μίγμα τοποθετούσαν τα δέρματα για να αποκτήσουν στυπτικότητα. Το στάδιο αυτό της δέψης συνδυάζεται και με το βάψιμο και τη μελλοντική χρήση των δερμάτων.

Όταν χρησιμοποιούσαν ως στυπτικό υλικό το φλοιό πεύκου, το δέρμα έπαιρνε ένα κόκκινο-κεραμιδί χρώμα. Με το βελανίδι αποκτούσαν ένα ζεστό «ταμπά» χρώμα. Και αυτά είναι τα περίφημα μαροκινά δέρματα, παραγωγή των βυρσοδεψείων της Τουρκοκρατίας. Με τα φύλλα του σχοίνου τα δέρματα έπαιρναν ξανθό χρώμα.

Δεν είναι χωρίς ενδιαφέρον η διαπίστωση ότι όπου βελανιδοδάση εκεί και βυρσοδεψεία, και εξαγωγικό εμπόριο δερμάτων. Η συνήθεια μάλιστα στα χρόνια της Τουρκοκρατίας των ημικατεργασμένων δερμάτων, των λεγόμενων κορντουάν από δέρματα κατσίκας, καθώς δερμάτων από πρόβατα οι λεγόμενες μπαζάνες, συνδέεται άμεσα με την εύκολη και χωρίς δαπάνες πρόσβαση σε δεψικά υλικά.
Στην Αιτωλοακαρνανία λειτουργούσαν βυρσοδεψεία στα χρόνια της τουρκοκρατίας στη Ναύπακτο και στο Βραχώρι κοντά στην Ερμίτσα που έβγαζαν δέρματα κίτρινα και μαροκινά κοκκινοκίτρινα.
Στο Βραχώρι μάλιστα υπήρχαν και δύο ταμπακόμυλοι για την τριβή του βελανιδιού. Στην Πελοπόννησο όπου επίκεντρο των εξαγών βαφών ήταν ο Μυστράς και το λιμάνι της Καλαμάτας, αξιόλογα ήταν τα βυρσοδεψεία του ποταμού Παμίσου στο νησί, σημερινή Μεσσήνη. Γι’ αυτό και στην Πελοπόννησο μετά το 1770 καταφθάνουν δέρματα από όλη την Ελλάδα για ημιεπεξεργασία και εξαγωγή.

Ως βαφικό υλικό το βελανίδι χρησιμοποιούνταν ευρέως ως και την εποχή του μεσοπολέμου στην υφαντική ως χρωστική ουσία για την απόδοση του βελανιδοχρώματος, κάτι ανάμεσα σε σκούρο μπεζ και λαδί-χακί. Και σπάνια για το κίτρινο χρώμα. Για να επιτύχουν σκουρότερες αποχρώσεις έριχναν καπνιά από το τζάκι. Στη βαφική τέχνη εκτός από το βελανίδι που έδινε τη χρωστική ουσία χρησιμοποιούσαν και τη φλούδα και τις ρίζες της βελανιδιάς ως στυπτικό υλικό (για να πιάνει το χρώμα).
Η βελανιδιά δημιουργεί και άλλες βαφικές ουσίες χάρη στα παράσιτα έντομα από την κατηγορία των υμενοπτέρων που επωάζουν τα αυγά τους στον κορμό και τα φύλλα της. Αυτά ακριβώς τα αυγά αποτελούν αξιόλογες χρωστικές ουσίες, ενώ η ίδια (είναι κυρίως δρυς η σμύλαξ) αντιδρά παράγοντας και άλλες, καθώς δημιουργούνται παθολογικά οιδήματα γύρω από τα τραυματισμένα από τα έντομα σημεία. Τα αποστήματα αυτά που δημιουργούνται στα φύλλα και τους κλώνους της βελανιδιάς και αποτελούνται από το χυμό του δένδρου και τα αυγά του ζωυφίου, αποκαλούσαν οι ντόπιοι κηκίδια (noix de galles ή gall nuts τα έλεγαν αντίστοιχα οι Γάλλοι και οι Άγγλοι) και τα διοχέτευαν στο εξαγωγικό εμπόριο ύστερα από τη ξήρανσή τους. Καθώς ήταν πλούσια σε τανίνη χρησιμοποιούνταν στη φαρμακευτική, στη βαφική και τη βυρσοδεψία.

Το κηκίδι έχει σχήμα και μέγεθος μικρού καρυδιού και το καλύτερο είναι αυτό που συλλέγεται το καλοκαίρι (Ιούνιο-Ιούλιο). Διακρίνεται σε τρεις ποιότητες: το μαύρο που είναι η καλύτερη ποιότητα και χρησιμοποιείται ως μαύρη βαφή ή χρησιμεύει στην κατασκευή της γραφικής μελάνης, το πράσινο και άσπρο κατάλληλα, κυρίως το άσπρο για βυρσοδεψικές επεξεργασίες. Εξάγεται από πολλές ελληνικές περιοχές (Μυστρά, Δυτική Ελλάδα) αλλά μεγαλύτερο κέντρο εξαγωγής είναι η Σμύρνη όπου διοχετεύεται από την ενδοχώρα της Μ. Ασίας. Ως καλύτερη ποιότητα θεωρείται του Χαλεπίου. Το προϊόν αυτό απορροφάται μέσω Τεργέστης από την γερμανική και αυστριακή αγορά , καθώς και από την αγγλική σε όλο το 19ο αιώνα.

Στα φύλλα της μεσογειακής βελανιδιάς (Ιlex coccifera) ένας άλλο υμενόπτερο ο κέρμης ο βαφικός εκκόλαπτε τα αυγά του που είχαν κόκκινο χρώμα και στο μικροσκόπιο φαίνονταν διάστικτα από άπειρες χρυσές κουκίδες. Από τους βόμβυκες αυτούς που μαζί με το ζωύφιο ξηραίνονται στα φύλλα της βελανιδιάς κατόπιν διεργασίας προερχόταν οι κόκκινοι κόκκοι που ονόμαζαν πρινοκόκκι ή κερμέζι (από το αραβικό κερμέζ) και από αυτούς η βαφή σε σκόνη η γνωστή ως κιννάβαρι που ήταν περιζήτητα στο εμπόριο.

Πηγή: ΔΑΣΗ ΒΕΛΑΝΙΔΙΑΣ (17ΟΣ – 19ΟΣ ΑΙΩΝΑΣ): ΠΑΡΑΓΟΝΤΑΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑΣ- ΠΡΟΚΛΗΣΗ ΑΝΤΑΓΩΝΙΣΜΟΥ - Ελένη Γιαννακοπούλου, Δρ. Σχολική Σύμβουλος Δ.Ε.

Διαβάστε ακόμη:Τα βελανίδια και η εκμετάλλευση τους

1 σχόλιο :

Ανώνυμος είπε...

Η βελανιδια ειναι ενα πολυτιμο δεντρο. Δυστυχως ομως με τον "συγρονο" τροπο ζωης, εχουμε ξεχασει την χρησιμοτητα του, όπως και άλλων δεντρων.

Συγχαρητηρια για την προσπαθεια σας.