Τετάρτη, 29 Ιανουαρίου 2014

Λαϊκή Ιατρική στην Ανακού

Λαϊκή Ιατρική στην Ανακού

Αιμορροΐδες.Για τό μαγιασούλ, τις αιμορροΐδες, έβραζαν μαγιασούλ ότού (χόρτο τοΰ μαγιασούλ - Τουρκ. mayasil otu, τό φυτό scrofulaire, τό γαλεόβδολον [galeobdolon], κι έπιναν τό ζουμί του, ή έκαιγαν τό φυτό μέσα στό τουνdoύρι καί στεκόταν ό άρρωστος πάνω άπό τόν καπνό του. Άλλοι τόν τάγιζαν κρέας χελώνας ή καμήλας, μαγειρεμένο, καί τόν πότιζαν τό ούρο τοΰ ίδιου ζώου. Αποτελεσματικά ήταν καί τά μαλαχτικά μέ λουλούδια τοΰ κούλμπουρνου(Τουρκ. gulburnu, είδος άγριοτριανταφυλλιάς) καί ό λαπάς μέ κουκκιά μαΰρα, μαϊντανό καί λάδι. Καθόταν πάνω σ’ αύτά ό άρρωστος καί τοΰ περνούσαν οί πόνοι.

Άκαρίαση. Τις μεγάλες κοκκινάδες πού έβγαζαν κάποτε στό κορμί καί πού τούς έφερναν δυνατή φαγούρα, τις έλεγαν “κακαμάδ”(δεν υπάρχει στο λεξικό). Ήταν είδος άναφυλαξίας ίσως, κι έπίστευαν πώς προέρχεται άπό τήν ψείρα τών οσπρίων. Γιά ν’ άπαλλάξουν άπ’ αυτήν τόν άρρωστο, τόν έγύμνωναν νύχτα σ’ ενα σταυροδρόμι ή κάτω άπό μιά κυδωνιά, άδειαζαν πάνω του τό νερό μιάς στάμνας καί τόν έτύλιγαν μέ μιά κόκκινη κουβέρτα. Άλλοι έριχναν στή φωτιά τοΰ τουνdουριού ξερές φλοίδες κρεμμυδιοΰ καί σκόρδου, θυμίαμα καί ξερή κοπριά βοδιοΰ, κι έβαζαν τόν άρρωστο νά σταθεί, ντυμένος μέ κόκκινο φόρεμα, πάνω άπό τόν καπνό. Άν έπέμενε ή άρρώστια, τόν άλειβαν μέ πετιμέζι και μέ κόκκινη μπογιά, μέ άσού (Τουρκ. a$i, κόκκινο), ή έκαιγαν γερμαρανdασού (Τουρκ. yermarandasi, μάραντα τής γής. Άπό τό yer = γή, καί τό maranda = άμάραντο = Ιξός) καί μέ τόν καπνό του κάπνιζαν τις κοκκινίλες.

Αμυγδαλίτιδα. Γιά τήν άμυγδαλίτιδα χρησιμοποιούσαν τις φράσεις πονοΰν τά λαιμά, πρήσταν τά γουργούρια ή κατέβαν τά γουργούρια τ’ (πονοΰν τά λαιμά ή πρήστηκε ή κατέβηκε ό λάρυγγας). Άπλωναν καθαρό μπαμπάκι σ’ ένα πανί, τάβρεχαν μέ ρακί καί τδβαζαν στό λαιμό. Σέ βαρύτερη περίπτωση έβαζαν κοπανισμένες έλιές ή μήλα ψημένα ή λεμόνι ψημένο ολόκληρο ή τό λερωμένο μαλλί άπό τήν κοιλιά τών προβάτων. Αποτελεσματική ήταν ή ξερή κοπριά άσπρου σκυλιοΰ, πού τήν κοπάνιζαν καί τή φυσοΰσαν μ’ ενα καλάμι στό λαιμό τοΰ παιδιού. Άνοιγε ή πληγή κι έβγαινε τό πύο.

(Άπεκκρίματα γιά θεραπευτικούς σκοπούς χρησιμοποιούσαν καί οί αρχαίοι Αιγύπτιοι. Βλ. Ά. Κούζη 'Ιστορία τής ‘Ιατρικής 1 (Άθήναι 1929) σ. 35. Πβ.'Ηρόδοτο II111 : «καί άναβλέψει γυναικός οΰρψ νιψάμενος τούς οφθαλμούς». Βλ. καί Διοσκορίδη II, σθ- (εκδ. Λειψίας 1829 σ. 227-8) : «οΰρον άνθρώπου τό ίδιον ποθέν πρός έχίδνης δήγματα αρμόζει», Van Cennep σ. 58, Ν. Κληρίδη Κυπρ. Σπουδαί 8 (1946) σ. 110, Ν. Κυριαζή σ. 112, Δ. Οίκονομίδη Άρχ. θρακ. θησαυρού 16 (1951) σ. 226).

Αναιμία. Τήν αναιμία τήν ελεγαν μέ τό τουρκικό όνομα κανσιζλίκ καί συνιστοΰσαν στόν άρρωστο καλοφαγία.

Ανεμοβλογιά. Ή άνεμοβλογιά - τό σανdάλ - δέν ήταν έπικίνδυνη (Τουρκ. Sandal). Πολλοί συγχέουν τό σανdάλ μέ τό άνεμοπύρωμα, καί ή θεραπεία πού έφαρμόζεται είναι γνωστή άπ’ άλλοΰ σάν θεραπεία γιά τήν τελευταία αύτή άρρώστια.. Τή θεραπεία τήν αναλάμβανε ένα ότζάχ ναίκα, μιά γυναίκα άπό τζάκι, πού πάνω στά σπυριά τοΰ άρρωστου άναβε στουπί άπό καννάβι πάνω σέ κόκκινο πανί, ζύμωνε τή στάχτη του μέ μέλι καί δυόσμο καί τήν έβαζε τρεις φορές στό ίδιο μέρος, πού έπειτα τό σκέπαζε μέ τό κόκκινο πανί.

Άλλοι είχαν ένα πέτρα δυαλιστό, μιά γυαλιστερή πέτρα , πού τήν περνοΰσαν πάνω άπό τόν άρρωστο, λέγοντας συνάμα τό «πιστεύω» ή άλλες προσευχές, ή τ’ Άγι-Άναργυοΰ τήν εύσή, τό άπολυτίκιο τών 'Αγίων ’Αναργύρων. Τήν πέτρα αύτή τήν είχαν άσ’ σή μάνα τουν’ (άπό τή μάνα τους, κληρονομική) καί τήν έλεγαν σανάάλ τασί, πέτρα τοΰ σανάάλ.

(Ή πίστη στή θεραπευτική δύναμη τής πέτρας είναι παλιά. Βλ. Ν. Πολίτη ΛΣ 2 σ. 290, 3 σ. 65, Κυριακίδη Λαογραφία 4 (1912-13) σ. 380-382).

Άλλοι έβρεχαν μπαμπάκι μέ ρακί κι έπλεναν ελαφρά τόν άρρωστο, ή ζύμωναν τηριάκ’, θηριακή μέ τριμμένη κανέλα και άλειβαν τό σώμα.

Σέ βαριά περίπτωση τής άρρώστιας έκοβαν λίγες μικρές ξυραφιές κοντά στό άφτί.

Απόστημα. Στά άποστήματα έβαζαν καταπλάσματα μέ λιναρόσπορο, άσπράδι άβγοΰ, σαπούνι, λάδι, πίτουρο καί ψιλοκομμένο κρεμμύδι, βρασμένα όλα μαζί. Άλλη αλοιφή γινόταν μέ βούτυρο, λάδι, καθαρό κερί καί μεδούλι άπό κόκαλα ζώου. Μερικοί έβαζαν καί κατάπλασμα μέ τσαdούρ κουσάγ (Τουρκ. cadir kusagi, είδος αγριόχορτου) ή κοπανισμένα σαλιγκάρια, μαζί μέ τά τσόφλια, ή τάπλεναν μέ άφέψημα ένός είδους θυμαριού καί μέ ρακί. Έλεγαν πληή τ’ γιόμωσεν, τό άπόστημα γέμισε (πύο).

Όταν τούς τρυποΰσαν κάποτε καρφιά, όπως έτρεχαν συχνά άνυπόλ’τα (ξυπόλυτοι) στό χωριό, πατούσαν άμέσως σέ ούρα γιά ν’ άποφύγουν τή μόλυνση (χάρη στήν απολυμαντική δύναμη τής άμμωνίας πού περιέχεται στά ούρα).

Αρθριτικά. Γιά τά άρθριτικά ή τούς ρεματισμούς έβραζαν καί λουλούδια άγρια, τό Μάη, έκαναν στό νερό τους λουτρό κι έτύλιγαν έπειτα μ’ αύτά τά γόνατά τους. Πήγαιναν άκόμη τούς άρρώστους στή Μαλακοπή, καί τούς έχωναν λίγες ώρες τό καλοκαίρι στόν καφτόν άμμο κοντά στο χωριό, καί στη Σορσοβού, νά λουστοΰν στό ζεστό νερό τής λίμνης. Είχαν καί στό χωριό άμμο, στό Μελίσσ’, μιά μικρή έκταση πού δέν τήν καλλιεργούσαν. Τήν ήμέρα τοΰ Σωτήρος - 6 Αύγούστου - πήγαιναν έκεΐ τούς άρρώστους, τούς σκέπαζαν μέ τήν άμμο ως τό λαιμό καί τούς άφηναν όσο άντεχαν. Ή ζέστη ήταν δυνατή, οί άρρωστοι διψούσαν καί οί δικοί τους τούς πότιζαν κάθε τόσο σερbέτι , νερό όπου είχαν ρίξει ζάχαρη. Γιά τις άρρώστιες αύτές, καθώς καί γι’ άλλους πόνους κάποτε, χρησιμοποιούσαν καί τό γιακού, τό τσερότο. Στό μέρος πού πονοΰσαν, έδεναν σφιχτά ένα σπυρί ροβίθι , πού σέ λίγες μέρες σχημάτιζε πληγή. Πάνω σ’ αυτήν έβαζαν τσερότο γιά νά τραβήξει τά ύγρά καί τό πύο πού μαζεύονταν στήν πληγή καί πού πίστευαν πώς ήταν ή άφορμή τών πόνων.

Άσθμα. Στό άσμα (άσθμα) δέν υπήρχε γιατρικό. Έκοβαν όμως οί άντρες τό τσιγάρο καί άπόφευγαν τόν καπνό καί τις έρεθιστικές μυρωδιές.

Άφτιοΰ πόνος. Όταν πονοΰσε τό άφτί, μικροΰ ή μεγάλου, έβαζαν μέσα λίγο κόκκινο πιπέρι ή ψημένο κρεμμύδι κι έσταζαν λίγες σταγόνες ζεστό λάδι άπό τό καντήλι τοΰ σπιτιού μ’ ένα γαλάζιο χαρτί, ή έσταζαν γάλα γυναίκας πού βύζαινε. Αποτελεσματικό ήταν καί τό λίπος τοΰ λαγοΰ, περισσότερο όμως τό ποντικόλαδο.

Βασκανία . 'Υπάρχουν ορισμένοι άνθρωποι πού τό μάτι τους, άκόμη καί χωρίς νά τό θέλουν, λασαίν’ (λαχαίνει), ματιάζει. Τό έχει συνήθως τό σόι τους, καί τή δύναμη αυτή τήν έχουν προπαντός τά γαλανά μάτια.

Ματιάζονται όλοι οί άνθρωποι, μικροί καί μεγάλοι, τά ζώα, τά δέντρα, τά σπαρτά άκόμη καί τό νερό. Από τούς άνθρώπους πού πεθαίνουν, οί μισοί είναι άπό τό μάτι, έλεγε ό παπα-Πρόδρομος.

Τά μικρά παιδιά, τά παχουλά καί όμορφα , μπορούν άκόμη καί δικοί τους άνθρωποι, χωρίς νά τό φανταστούν, νά τά ματιάσουν.

(Βλ. Πλούταρχο Πρός Έπίκ. (έκδ. Παρισίων 1856) 1090δ: «υπό δέ βασκανίας καί φθόνου βλάπτεσθαι προσορωμένους οίονται τούς καλούς...», καί Σομποσ. Προβλήμ. Ζ, 4 (680α) : «γινώσκομεν γάρ άνθρώπους τφ καταβλέπειν τά παιδία μάλιστα βλάπτοντας»).

Γενικά, ματιάζονται τά ώραΐα - άνθρωποι, ζώα ή πράγματα. Ματιάζουν έπίσης κάτι αυτοί πού τό στερούνται. Γι’ αύτό, μιά γυναίκα πού έχει μικρά παιδιά ή έγγόνια όμορφα, δέ ματιάζει τών άλλων τά παιδιά, γιατί έν’ χορτασμένο (είναι χορτάτη) άπό παιδιά.

Ή κακή έπίδραση τοΰ ματιάσματος στά έμψυχα είναι άμεση. Τό παιδί τήν ίδια στιγμή άρρωστάει άπό τό μάτιασμα. Καί τά δεντρά, ώσπου νά γυρίσει ή χρονιά, ξεραίνονται).

Τά συμπτώματα τοΰ ματιάσματος είναι πολλά. Τό παιδί βγάζει κοκκινίλες, πρήστηκαν τά μάγουλά του, δέν έχει όρεξη νά φάει, διαρκώς κλαίει ή κοιμάται, τεντώνεται. Τό ματιασμένο ζώο, έπίσης, κοιμάται, τό βυζί τοΰ προβάτου πού ματιάζεται, πρήζεται καί σκάζει.

Έκαναν ό,τι μποροΰσαν γιά νά προλάβουν τό μάτιασμα. Δέν έβγαζαν έξω συχνά τό παιδί, ή τό έβγαζαν βάζοντάς του στό μέτωπο λίγη μουντζούρα άπό τόν τέντζερη. Έραβαν πάνω στά ροΰχα του φυλαχτό, ένα μαξιλαράκι μέ ίάεδιοΰ τσαλού (τζιτζιφιας κλαδί), θυμιάμα, τσερεότο (άνηθο), γαρόφαλα, τοΰ Σταυροΰ (14 Σεπτεμβρίου) τά λουλούδια, δώδεκα βαγγέλιου κερί ή κερί άπό τόν Επιτάφιο, μπαμπάκι άπό κάσα όπου φυλαγόταν κάποιο άγιο λείψανο, κομμάτι άπό τό σάβανο τοΰ Χριστού (τό σεντόνι πού τύλιξαν τή Μ. Παρασκευή τό Χριστό κατεβάζοντάς τον άπό τό σταυρό) ή άπό τό λείψανο τοΰ 'Aι-Γιωβάννη τοΰ Ρώσου, κοχύλνα, άπ’ αύτά πού στόλιζαν οί Μιστιώτισσες τά μαλλιά τους καί τάκλεβαν οί Άνακιώτισσες γιά νά τά κρεμάσουν στήν κούνια τοΰ μωρού, ό,τι είχαν άπ’ όλα αύτά. Καλό ήταν καί τοΰ φιδιοΰ τό ίμάτ’ (τοΰ φιδιοΰ τό πουκάμισο) καί τό σκόρδο. Στά χέρια τοΰ παιδιοΰ περνοΰσαν βραχιόλια μέ χάντρες γαλάζιες, άπό τό λαιμό του κρεμοΰσαν μιά σειρά φλωριά ή χάντρες μ’ένα σταυρό στή μέση, καί άπό τό μέτωπό του ένα εικοσάρικο φλωρί *. Έτσι, πίστευαν πώς αύτοί πού είχαν κακό μάτι, τράναναν έκεϊνα, καί τό παιδί δέν τό τράναναν, κοίταζαν εκείνα, τά φυλαχτά, καί δέν κοίταζαν τό παιδί. Έβρεχαν άκόμη τό πόδι τοΰ παιδιοΰ μέ τό ούρο του, ή τό ράντιζαν μέ άγιασμό άπό τό Μπαλουκλί τής Πόλης ή άπό τήν έκκλησία τοΰ χωριοΰ. Στά ζώα τους δέν έβαζαν φυλαχτά, όπως έκαναν οί Τούρκοι.

Ό έπισκέπτης πού θάρχόταν στό σπίτι καί θάβλεπε κάτι ώραΐο, έπρεπε νά πει μάσαλαχ , φτού, φτού, νά φτύσει στόν κόρφο του καί ν’ άποφύγει τις πολύ έπαινετικές φράσεις. Οί άνθρωποι τοΰ σπιτιοΰ τοΰ τό συνιστοΰσαν, κάποτε, γιά τό μωρό : φτύσ’ το καί δώσ’ του ύπνο.

Πολλές φορές, όταν κοίμιζαν τό παιδί, τό θύμιαζαν, χωρίς νά παρουσιάζει συμπτώματα ματιάσματος, άπό φόβο μήπως οί ίδιοι τό είχαν ματιάσει. Θύμιασε το, (γιατί) τό άγαπήσαμε πολύ σήμερα τό παιδί, βρίσκοντάς το όμορφο.

Γιά νά προλάβουν τό μάτιασμα μέσα στό σπίτι, κρεμούσαν πίσω άπό τήν ξώπορτα ένα παλιό πέταλο, κάποτε κι ένα σκιλλοκρέμμυδο.

Όταν τά μελίσσια ματιάζονταν, άνακατώνονταν μεταξύ τους, δαγκάνονταν, καταστρέφονταν. Γιά φυλαχτό κρεμοΰσαν κοντά τους οί ίδιοχτήτες μιά μικρή χελώνα.

Γιά νά προφυλάξουν τά δέντρα καί τά σπαρτά, κρεμοΰσαν τό σκελετό γαϊδουρινού κεφαλιοΰ, ή κολλοΰσαν στόν κορμό τών δέντρων λίγο κερί άπό τή λαμπάδα τής Μεγάλης Πέμπτης, πούρμη νά μιλήσουν (πριν άκόμη μιλήσουν), τό πρωΐ.

Μέ όλες όμως τις προφυλάξεις, πολλές φορές έβλεπαν καθαρά τά συμπτώματα τοΰ ματιάσματος καί τότε έτρεχαν νά γιατρέψουν τόν άρρωστο. Τόν διάβαζε ό παπάς, τοΰ σταύρωνε τό μέτωπο καί τόν θύμιαζε μέ ούζερλίκ (άπήγανο).

Ό παπα-Σταυρής έγραφε κάτι πάνω σ’ ένα άβραστο άβγό , τό χτυπούσε ώσπου νά σπάσει στό κεφάλι τοΰ ζώου, χτυποΰσε έλαφρά τήν κοιλιά τοΰ ζώου με τό μεγάλο του τσιμπούκι άπό άγριαχλαδιά, καϊ πρόσταζε τό ζώο : τέστ , γιά νά σηκωθεί. Τόν έπαιρναν καί οί Τούρκοι, γιά νά διαβάσει κι αύτούς και τις άγελάδες τους. Στήν περίπτωση όμως αύτή μόνο λόγια έλεγε. Οΰτε πετραχήλι φορούσε οΰτε βιβλίο κρατοΰσε.

Έπήγαιναν και στήν έκκλησία τό ματιασμένο παιδί, όπως τό πήγαιναν καί γι’ άλλες άρρώστιες, καί τό κρατοΰσαν κάτω άπό τό Εύαγγέλιο τήν ώρα πού διάβαζε ό παπάς. Αν τό παιδί ήταν μικρό, τό ξάπλωναν στό δάπεδο τής έκκλησίας καί περνοΰσε άπό πάνω του ό παπάς, βγαίνοντας άπό τό ιερό μέ τή λειτουργία, μέ τά 'Αγια.

Άν όλ’ αύτά δέν έφερναν άποτέλεσμα, έπρεπε νά βρεθεί αύτός πού μάτιασε τό παιδί. Έλιωναν τότε στή φωτιά, μέσα σέ σιδερένιο δοχείο, μολύβι , καί, όπως ήταν λιωμένο, τό έχυναν σέ πιάτο μέ νερό. ’Από τό σχήμα πού έπαιρνε τό μολύβι μέσα στό νερό, καταλάβαιναν δν μάτιασε άντρας ή γυναίκα, σκέφτονταν ποιός είχ’ έρθει στό σπίτι, καί τόν έβρισκαν. "Αλλοι έχυναν στό ποτήρι λίγες σταγόνες λαδιοΰ κι έμάντευαν, όπως καί μέ τό μολύβι. Έπαιρναν τότε κρυφά ένα κομμάτι ύφασμα άπό τό ροΰχο τοΰ φταίχτη, ένα μικρό κομμάτι ξύλο άπό τό κατώφλι τής πόρτας τοΰ σπιτιοΰ του, λίγο χώμα άπό κεΐ πού είχε πατήσει, ένα κομμάτι ξύλο άπό τή σκούπα του, φλοίδες σκόρδου καί κρεμμυδιοΰ, καί θύμιαζαν μ’ αύτά τόν άρρωστο, ή τάριχναν στό τουνάούρι κι έσκυβε αύτός στόν καπνό τους. «Λυπότανε τό ροΰχο του αύτός πού είχε ματιάσει, καί τό μάτιασμα περνοΰσε». Καλοΰσαν άκόμη γυναίκες πού ξεμάτιαζαν μέ γητέματα. Όταν ή γητεύτρα χασμουριόταν, τό παιδί θά γινόταν καλά. Έκαιγαν άλλοι γαρίφαλα στό τσιρέκι, καί αν αύτά έσκαζαν, ό άρρωστος θά γέρευε. Πολλοί θύμιαζαν τό ματιασμένο μέ νύχι πετεινοΰ, φλοίδα σκόρδου, θυμίαμα καί γαρίφαλα, πού τάκαιγαν όλα μαζί.

Ή πίστη στό μάτιασμα είναι αρχαία καί παγκόσμια. Ό Αριστοφάνης (Πλούτος 883-4) σημειώνει : «Φορώ γάρ πριάμενος τόν δακτύλιον τονδί παρ’ Εύδήμου δραχμής». Καί ό Σχολιαστής (στ. 884) έξηγεΐ : «δείκνυσιν αύτώ βασκανίας φυσικόν δακτύλιον, δν καλοΰσιν φαρμακίτην». Καί στ. 943 : «είώθασι γάρ κοτίνω καί άλλοις δένδροις προσπατταλεύειν άναθήματα καί χηλάς καί κρανία πρός αποτροπήν βασκανίας οί γεωργοί καί πρός τό μή ξηρανθήναι τά αυτών γεωργήματα». Βλ. έπίσης Πλάτωνα Φαίδων 95β. Πβ. Πολυδεύκη VII, 108 (εκδ. Λειψίας 1824, σ. 87) : «πρό δέ τών καμίνων τοίς χαλκεύσιν έθος ήν γελοίά τινα καταρτάν, ή έπιπλάττειν, έπί φθόνου αποτροπή, έκαλεΐτο δέ βασκάνια, ώς καί Αριστοφάνης έφη, πλήν εϊ τις πρίοιτο δεόμενος βασκανίου έπί κάμινον άνδρός χαλ- κέως». Βλ. άκόμη Μ. Γλυκά (έκδ. Βόννης 1836) σ. 110, Κουκουλέ ΒΒΠ Ια σ. 155 κέ., Σαραντίδη σ. 87, Κρινόπουλο σ. 31, Van Cennep σ. 471, Κ.Α. Ρωμαίο ΜΜ σ. 91 κέ., Δ. Οίνο μ ίδ η Άρχ. θρακ. Θησαυρού 16 (1951) σ. 211 κέ.

Βήχας. Πολλές φορές κρύωναν καί έβηχαν. Γιά τή βήχα έπιναν ζεστά, άφέψημα άπό ντενίς καdαϊφί (τής θάλασσας καταΐφι-Τούρκικα deniz kadayifi), είδος φυκιού, ζαμποΰκο πού τούς έστελναν άπό τήν Πόλη, κουκκούτσια κυδωνιού, λιναρόσπορο, μαύρο πιπέρι μέ κρασί, μολόχες, χαμομήλι, άγριοτριαντάφυλλα ή τοΰ κουρκουβάτσ(ι) τούς ξερούς καρπούς, ένα απ’ όλα αύτά.

’Αποτελεσματικότερο άπό τά φάρμακα αύτά θεωροΰσαν γιά τό βήχα τό κρέμασμα κουρελιών στό τσαλού. (*Τουρκ. cali, άγκαθωτός θάμνος. Βλ. καί Πολίτη ΛΣ 3, σ. 92, 94, 97, όπου τονίζεται ή έκταση τής συνήθειας. Στή σ. 100, σημ. 1 καί τό χωρίο τοϋ Παυσανία, II, ια', 6 : «(τό άγαλμα τής υγείας) ούκ άν ίδοις ραιδίως• οΰτω περιέχουσιν αύτό κόμαι τε γυναικών, αΐ κείρονται τή θεώ, καί έσθήτος Βαβυλωνίας τελαμώνες»).

Λίγο έξω άπό τό χωριό, πρός τά Σίλατα ήταν τοΰ Χασάν άγά τό τσαλού, μιά άγριοτζιτζιφιά. Όταν ύπόφερε κάποιος άπό άρρώστια, κυρίως άπό βήχα, πήγαινε έκεΐ, χωρίς νά μιλήσει στό δρόμο καθόλου, κι έδενε στά κλαδιά τοΰ θάμνου ένα κουρέλι άπό τό φόρεμα ή άπό τό μαντήλι του. Έλεγε, έπειτα, όποια προσευχή θυμόταν, κι έφευγε μουρμουρίζοντας : τό ντέρτι μου νά τ’ άφήκω έδώ καί νά πάω, τή στενοχώρια μου θά τήν άφήσω έδώ καί θά φύγω, κι έγύριζε χωρίς νά μιλήσει σέ κανέναν. Άλλο ένα τσαλού ήταν δεξιά τοΰ δρόμου πρός τήν Άγια-Μαρίνα. Κρεμούσαν καί σ’ αύτό κουρέλια.

Δαγκάματα. Στό δάγκαμα τοΰ σκύλου έκοβαν τρίχες άπό τό ίδιο ζώο καί τις έβαζαν μ’ ένα δεκάγροσο στήν πληγή, μέ φρέσκο ψωμί μουσκεμένο σέ κρασί, ένώ στό δάγκαμα τοΰ φιδιοΰ έβαζαν ξίδι ζυμωμένο με γιαούρτι.

Δάκρυσμα. Όταν δάκρυζαν τά μάτια, έβαζαν άζβάι , άλόη. Τήν έλιωναν σέ νερό, καί μέ φτερό κότας ή μέ μπαμπάκι άλειβαν τό μάτι.

Διάρροια-Δυσεντερία. Στό ΐσάλ (στή διάρροια ή τή δυσεντερία) - πηγαίνει, τρέχει ή κοιλιά του, έχει διάρροια, έλεγαν καί γιά τά δυό. Άφηναν τον άρρωστο νηστικό στήν άρχή, καί υστέρα τοΰ έδιναν τσάι, ούζο καί σούπα. Έκαιγαν έπίσης κουρκουβάτσα, καβούρντιζαν ρύζι, τά έκοβαν μαζί σάν καφέ καί τάγιζαν μ’ αύτά τόν άρρωστο. Τόν έπήγαιναν άκόμη, όπως καί γι’ άλλες άρρώστιες, στήν Άξό καί τόν περνούσαν άσ’ σοΰ καμηλιοΰ τό κόκαλο (άπό τής καμήλας τό κόκαλο), άπό τό άνοιγμα πού σχημάτιζαν οί πλευρές μ’ ’ένα κομμάτι τής σπονδυλικής στήλης τοΰ σκελετοΰ καμήλας, πού φυλαγόταν έκεΐ.

Διφθερίτιδα. Γιά τό λεφτερίτη ή μπογματζά , τή διφθερίτιδα, δέν ήξεραν γιατρικά, έκτός άπό τήν κοπριά άσπρου σκυλιοΰ, ψημένη και τριμμένη σέ σκόνη, πού οί γυναίκες φυσοΰσαν στό λαιμό τοΰ παιδιοΰ, καί, κάποτε, άπ’ έκεΐνο νισκότανε καλά, μ’ αύτό γινόταν καλά .

Δροτσίλες. Χωρίς γιατρικά περνούσαν τά σουκουντούδια , οί δροτσίλες, τά μικρά κόκκινα έξανθήματα στό σώμα, πού πίστευαν πώς προέρχονταν άπό στενοχώρια.

Δυσκοιλιότητα. Έτάγιζαν τόν άρρωστο σοΰπες ή τοΰ έδιναν καθάρσιο ή άφέψημα σιναμικής ή χάπια μέ χυμό σουτλιέν (πρόκειται ίσως για είδος φλόμου) καί άλεύρι, πρό παντός κριθαρίσιο.

Δυσουρία. Όταν κάποτε σταματούσαν τά ούρα του αρρώστου, τον έπότιζαν μέ άφέψημα άπό ρίζες άγριάδας — άγρώσ(τι) — ή μολόχας.

Ειλεός. Βλ. Σκωληκοειδίτιδα.

Έκζεμα. Όποιος είχε μαγιασούλ (έκζεμα), δέν έπρεπε νά τρώει ξινά ή άλμυρά. Γιά φάρμακο χρησιμοποιούσαν τό άφέψημα τοΰ μαγιασούλ Μοΰ (χόρτο τοΰ μαγιασούλ).

Ελονοσία. Άπό σουτμά (έλονοσία) άρρωστούσαν λίγοι στό χωριό. Τούς πότιζαν τό ζουμί βρασμένης φλοίδας λεύκης , πού ήταν άποτελεσματικό, άλλά έκανε στεΐρον αύτόν πού τό έπαιρνε.

Άλλοι έβραζαν φύλλα Ιτιάς καί πλένονταν μέ τό νερό τους, ή κοιμόνταν πάνω σ’ αυτά, ή έκαιγαν κόκαλα καί κοπριά άσπρου σκύλου, τά έκαναν σκόνη, τήν έζύμωναν μέ μέλι, και μέ τήν αλοιφή αύτή άλειβαν τή σπονδυλική στήλη τοΰ αρρώστου, ή τήν έτάγιζαν ή τήν άλειβαν πάνω σέ κεροπάνι καί τόν έτύλιγαν μ’ αύτό, ή τήν έβαζαν στό μέτωπο τοΰ άρρώστου.

Ό Αίλιανός Περί φύσεως ζώων 4, 23 άποδίδει τήν Ιδιότητα αύτή στήν Ιτιά: «Καρπόν δέ Ιτέας εί τις θλιβέντα δοίη πιεΐν τοΐς άλόγοις, λυπείται έκεΐνα οΰδέν, μάλλον δέ καί τρέφεται, πιών δέ άνθρωπος, τήν σποράν τήν παιδοποιόν τε καί έγκαρπον άπώλεσε».

’Εμμηνόπαυση. Τό ζουμί άπό βρασμένα φύλλα κρεμμυδιών τό συνιστοΰσαν σ’ αύτές πού είχαν σταματήσει τά έμμηνά τους.

Εξάρθρωση. Όταν πάθαινε εξάρθρωση τό πόδι ή τό χέρι, τό ξανάβαζαν στή θέση του καί τόδεναν μέ ξύλα άπ’ έξω, ώσπου νά στερεωθεί. Μέσα άπό τά ξύλα έβαζαν χτυπημένο ασπράδι άβγού, σαπούνι καί λάδι, ή σταφίδες, πιπέρι, κρεμμύδια, όλαα μαζί κοπανισμένα, καί ούζο. ‘Οταν γινόταν καλά, τό δίπλωναν λίγες μέρες μέ χαβάτζιβα (άλειμματοκέρι).

Επιληψία. Άν ή έπιληψία, ήταν έλαφράς μορφής, διάβαζε ό παπάς τόν άρρωστο στήν έκκλησία. Στή βαριά μορφή δέ χωρούσε φάρμακο, μερικοί όμως έτύλιγαν τό σώμα τοΰ άρρώστου μέ πανί, πού τό είχαν αλείψει μέ μέλι καί είχαν ρίξει πάνω κοπανισμένο δυόσμο.

Έρυσίπελας. Γιά νά ίδούν άν πραγματικά έπρόκειτο γιά ΐλαντζίχ (έρυσίπελας), έβαζαν, στό μέρος πού πονούσε, μιά πέτρα μικρή σά στρείδι, πού μέσα είχε «κάτι σάν ούρά» , έγυάλιζε σά μάρμαρο, καί τήν έλεγαν ίλα- τζίχ τασί , τοΰ ΐλαντζίχ πέτρα. Άν έπρόκειτο γιά ΐλαντζίχ, ή πέτρα κολλοΰσε πάνω, άλλιώς έπεφτε. Θεράπευαν τήν άρρώστια βάζοντας στό άρρωστο μέρος κόκκινο πανί καί καίγοντας πάνω σ’ αύτό ξασμένο στουπί.

Εύλογιά. Σά βλοημένα ή σή βλοημένη, στή βλογιά θύμιαζαν τόν άρρωστο μέ ξερά φύλλα σκόρδου, κρεμμυδιού καί μέ λουλούδια τών Βαΐων, τόν τάγιζαν γλυκά καί τόν πότιζαν ζεστά. Δέν έμαγείρευαν στό σπίτι, όταν ήταν έπιδημία βλογιάς. Ή άρρώστια πέρασε γύρω στά 1882 άπό τό χωριό καί πέθαναν τότε άρκετά παιδιά.

Οί Άνακιώτες θυμοΰνται πώς, παλιότερα, μιά τουρκάλα συχωριανή τους μπόλιαζε τά παιδιά χαράζοντας τό μπράτσο τους μέ μιά πένα καί βάζοντας πάνω ύγρό, πού είχε πάρει άπό άρρωστον, καί πώς σκέπαζε έπειτα τό μπόλι μέ τσόφλι καρυδιοΰ λίγες μέρες, γιά νά μήν τό γρατσουνοΰν τά παιδιά. Δέν ξέρει όμως κανείς οΰτε πώς προμηθευόταν τό φάρμακο οΰτε πώς τό διατηροΰσε. Γύρω στά 1860 τό κράτος άρχισε νά στέλνει γιατρούς νά μπολιάσουν τόν κόσμο.

Ηλίαση. Μεγάλους καί μικρούς τούς χτυποΰσε τό καλοκαίρι πολλές φορές ό ήλιος, όπως γύριζαν όλην τήν ήμέρα στό ύπαιθρο. Ντώκεν το ήλιος, τόν χτύπησε ό ήλιος, έλεγαν, έπαθε δηλαδή ήλίαση. Έκοπάνιζαν σκόρδο, τό ζύμωναν μέ γιαούρτι καί μ’ αύτό τύλιγαν τό κεφάλι καί τά πόδια τοΰ άρρώστου. Άλλοι τόν έτριβαν μέ ξίδι ή τόν τύλιγαν μέ φύλλα ιτιάς, πού τάκοβαν πρωΐ πρωΐ, κρύα, καί τά ράντιζαν μέ ξίδι. Βλ. καί : Πυρετός

Ημικρανία. Γιά τό γιαρούμ άγρί, τήν ήμικρανία, ζύμωναν μέλι μέ κοπανισμένο δυόσμο καί θηριακή, καί άλειβαν μ’ αύτά τό μέρος πού πονοΰσε.

'Ιδρωτήρια. Τούς ζεστούς καλοκαιρινούς μήνες, πολλοί ένιωθαν στό σώμα φαγούρα. Τήν έλεγαν ιδρωτήρια, κι έβαζαν ρυζάλευρο ή κΐλ στεγνό (Τουρκ. kil, άργιλος), ή τάλκ, ή, άν ήταν δυνατότερη ή φαγούρα, έπιναν πρωΐ πρωΐ ξίδι μέ κοπανισμένο σκόρδο. Τό ίδιο έκαναν καί γιά τό σύγκαμα άπό τόν ιδρώτα.

Ίκτερος. Σαρουλούχ είναι ή χρυσή, ό ίκτερος. Κάτω άπό τή γλώσσα είναι μικρό σάρκωμα σάν τοΰ βατράχου τό μάτι, τό κουρμπατζίχ , πού τόκοβαν με τό ξυράφι, γιατί πίστευαν πώς ήταν ή άφορμή τίς αρρώστιας.

Τό φσάχ μας γένην κουρμπατζίχ, τό παιδί μας άρρώστησε άπό ίκτερο, έλεγαν, όταν άρρωστοΰσε άπό χρυσή. Κάποια χριστιανή στό χωριό χαράκωνε τόν άρρωστο μέ τό ξυράφι σέ τέσσερα μέρη : πάνω άπό τό μεσόφρυδο, στό έμπρός μέρος τοΰ τριχωτού τοΰ κεφαλιού, κοντά στό αφτί, καί στό μέσα μέρος τοΰ πάνω χείλους , κι έβαζε πάνω σκόρδο κοπανισμένο καί ζυμωμένο μέ ξίδι. Δέν έπρεπε νά φάει ό άρρωστος αλμυρά, οΰτε νά πιει νερό. Έτρωγε όμως βερίκοκα ή έπινε τό ζουμί τους. Κρεμοΰσαν καί στό λαιμό του ένα φλωρί πού ήταν μοιρέσ’ (μοίρασμα, κληρονομιά άπό τούς γονείς τους), κι έτύλιγαν τό παιδί μέ κόκκινο μαντήλι. Αποτελεσματικό ήταν καί τό κρέας κιτρινοπόδαρης κότας πού τάγιζαν τό άρρωστο. ’Επειδή πολλοί πίστευαν πώς ή χρυσή προέρχεται άπό φόβο - άλλοι νομίζουν πώς τήν προκαλεϊ τό μάτιασμα - έπιαναν μιά κότα ή ένα περιστέρι καί τάβαζαν ζωντανά στήν κοιλιά τοΰ παιδιού, πιο πάνω άπό τόν άφαλό, μέ τρόπο πού ό πρωκτός τοΰ πουλιού ν’ άκουμπάει στήν κοιλιά τοΰ παιδιού. Κρατούσαν έτσι τό πουλί, πού σέ λίγο άρχιζε ν’ άνοίγει τό στόμα του, γιατί παίρισκεν τό φόβο (έπαιρνε τό φόβο) άπό τόν άρρωστο. Άλλοτε μούσκευαν — κρυφά άπό τόν άρρωστο — βερίκοκα σέ ούρα παιδιού, έβγαζαν τό «φάρμακο» 5-6 νύχτες στά άστρα , κι έπειτα τό πότιζαν. Τή βαριά μορφή τής χρυσής τήν έλεγαν καρά σαρουλούχ, μαύρη χρυσή, ένώ τή βρεφική τήν έλεγαν χλώρα . Στήν τελευταία περίπτωση σκέπαζαν τό μωρό μ’ ένα χλωρό γιαζμά (κίτρινο μαντήλι) καί κρεμούσαν άπό τό λαιμό του ένα μοιρέσ’ άλτινί, φλωρί χρυσό, άπό κληρονομιά.

Ιλαρά. Κιζαμούχια είναι ή ίλαρά. Προφύλασσαν τά παιδιά άπό κρύο, τούς έδιναν ζεστά καί γλυκά καί γίνονταν καλά.

Ίσχυαλγία-κρυολόγημα. "Έκαναν έντριβές καί στις δυό περιπτώσεις, καί γιά τόν πόνο τής μέσης έβαζαν άκόμη μπλάστρι άπό κοπανισμένο θυμίαμα, πού τό μπούχιζαν μέ ρακί, πάνω σέ γαλάζιο χαρτί, τρυπημένο πολλές τρύπες μέ τό βελόνι . Γιά θερμαντικό στό κρυολόγημα έπιναν άφέψημα θυμαριοΰ μέ ρακί.

Καλαγκάθι. Τό καλαγκάθι πού βγαίνει στό δάχτυλο καί τό σαπίζει, τόλεγαν κούλ μπασί . Έβαζαν πάνω όρχεις σκυλιού ή κοπανισμένο ποντικό ή άκαθαρσίες μωρού.

Κάλοι. Όταν τούς πονοΰσε, τόν έβαζαν σέ ζεστό νερό γιά νά μαλακώσει, πριν τόν κόψουν.

Κάταγμα. Γιά κάποιον πού τσακίστηκε τό πόδι του, έκαναν ό,τι καί γιά τήν έξάρθρωση.

Καταρράχτης. Έπεσε άσπρο στό μάτι, έλεγαν γιά τό γλαύκωμα ή τόν καταρράχτη. Δέν υπήρχε γιατρειά.

Καταρροή. Κατέβηκε ή μύτη, έλεγαν γιά τήν κατεβασιά, και είσέπνεαν ταμπάκο ή έπιναν ή έβρεχαν τό κεφάλι ή είσέπνεαν δυνατό ούζο.

Καχεξία. Στήν καχεξία θά περιλάβουμε δυό άρρώστιες, πού οί πληροφορητές μάς δίνουν μέ διαφορετικά ονόματα, άλλά τά κυριότερα χαρακτηριστικά τους είναι σχεδόν τά ίδια. Σέ όρισμένες περιπτώσεις δέ μπορέσαμε νά ξεκαθαρίσουμε γιά ποιάν άκριβώς άρρώστια πρόκειται.

Α) Τό μαράζ’, ό μαρασμός, πίστευαν πώς έρχεται άπό τή στενοχώρια, κάποτε καί άπό τή ζέστη, καί γιά νά περάσει έκαναν λουτρό μέ νερό, όπου είχαν βράσει φύλλα καρυδιάς καί ιτιάς . Φαινόταν καθαρά ή άρρώστια : μαραινόταν, έλιωνε ό άρρωστος, καί, αν δέν τόν προλάβαιναν, γινόταν φυ- ματικός. Τόν άλειβαν άλλοι μέ πετιμέζι ζυμωμένο μέ χώμα, τοΰ έδιναν νά φάει άπό τό ίδιο μείγμα, καί συνιστοΰσαν δίαιτα : νά μή φάει πλιγούρι ή

άβγό, νά τρώει ρύζι, γλυκά, βούτυρο. Έκοπάνιζαν άκόμη ένα μικρό περιστέρι καί, όπως ήταν ζεστό, τό τύλιγαν στή μέση τοΰ άρρώστου.

Β) Τό κίρκ πασχουνού ή όλού πασχουνού, σαρανταπατημένο ή πατημένο άπό πεθαμένο, είναι ή παιδική καχεξία. Πίστευαν πώς, όταν κάποιος, γυρίζοντας άπό κηδεία ή φορτωμένος βαρύ πράγμα ή γυρίζοντας άπό τό μύλο ή κουρασμένος, ή λεχώνα άσαράντιστη έμπαινε σέ σπίτι μέ άσαράντιστο μωρό πού τύχαινε νά κοιμάται έκείνη τή στιγμή, τό μωρό άρρώσταινε άπό κίρκ πασχουνού. Άρχιζε νά λιώνει, δέν έτρωγε, έμπλεκε τά πόδια του τό ένα μέ τό άλλο, δέ μπορούσε νά περπατήσει καί διαρκώς έκλαιγε. Χρησιμοποιούσαν πολλούς τρόπους γιά ν’ άπαλλάξουν τό παιδί άπό τήν άρρώστια αύτή, άφοΰ πρώτα τό ζύγιζαν τρεις φορές μέσα σέ τρεις βδομάδες, γιά νά ιδοΰν αν άδυνάτιζε.

Τό πήγαιναν τήν Κυριακή στήν έκκλησία νά τό διαβάσει ό παπάς καί νά τό κοινωνήσει. Τήν ώρα πού ό παπάς έβγαινε μέ τά Άγια, ή μητέρα κρατούσε τό παιδί σκυφτό κι αυτός περνούσε πάνω άπό τό κεφάλι τού άρρώστου τά Άγια. Άλλοτε ή μητέρα άφηνε κάτω τό παιδί, καί ό παπάς, κρατώντας τά Άγια, περνούσε πάνω άπ’ αύτό. Τήν ώρα πού διάβαζε τό Εύαγγέλιο, ή μητέρα κρατούσε πάλι τό παιδί κάτω άπ’ αύτό, καί, όταν τελείωνε τό διάβασμα, μητέρα καί παιδί φιλούσαν τό χέρι τού παπά καί τό Ευαγγέλιο.

Άλλοι πήγαιναν τό άρρωστο στό νερόμυλο τής Λίμνας, όπου τό γύμνωναν καί τό έβαζαν τρεις φορές, γιά λίγες στιγμές κάθε φορά, κάτω άπό τή ρόδα, όταν τή γύριζε τό ορμητικό νερό. Τό δίνομε στή ρόδα, έλεγαν. Έσκιζαν έπειτα τό πουκάμισο τοΰ παιδιού καί τό πετοΰσαν στό νερό, «νά τό πάρει μαζί μέ τήν άρρώστια», κι έντυναν τό παιδί μέ άλλα ροΰχα. Άλλοτε μιά χήρα - πού θεωρείται καθαρή - μάζευε, χωρίς νά μιλήσει καθόλου, άπό μιά χούφτα άλεύρι καί άπό λίγο νερό άπό έφτά σπίτια τής γειτονιάς, έπλενε τό άρρωστο μέ τό νερό αύτό τρεις φορές καί τόχυνε στό πιο νεοσκαμμένο μνήμα τοΰ νεκροταφείου ή στό σταυροδρόμι , καί τό βάρος του δίνισκέν το έκεϊ, έδινε, άφηνε έκεϊ τό βάρος, τήν άρρώστια του. Μέ τό άλεύρι έζύμωνε κι έψηνε μιά κουλούρα μέ μεγάλο άνοιγμα , άπ’ όπου περνοΰσε τό άρρωστο, κι έμοίραζε υστέρα τό ψωμί στά ορφανά.

Άλλοτε μιά γυναίκα, τρεις Παρασκευές στή σειρά, έπαιρνε στά χέρια της τό παιδί, τό πήγαινε άμίλητα στό νεκροταφείο, τόπλενε μέ νερό καί τό άφηνε στό πιό νεοσκαμμένο χριστιανικό μνήμα λέγοντας : al agzimizin tadini (πάρε τή νοστιμάδα του στόματός μου) . Έπειτα γύριζε στό σπίτι της, ένω έμπαινε άπό τήν άλλη πόρτα τού νεκροταφείου δεύτερη γυναίκα, άμίλητη κι αύτή, πού κλέφτισκεν (έκλεβε), έπαιρνε τό παιδί, λέγοντας: ver agzimizin tadini (δώσε τή νοστιμάδα τοΰ στόματός μου) , κι έγύριζε πάλι άμίλητη στό σπίτι. Αύτή τήν πράξη τήν έλεγαν (γ)ητειά, (γ)ητεύουμε τό φσάχ, τό παιδί, καί ήταν σά ναπαιρναν νέο παιδί, σά ν’ άν- τάλλασσαν τό άρρωστο μέ γερό.

Κάποτε έγήτευαν καί Τούρκων παιδιά. Τά πήγαιναν κι αύτά στά μνήματα — χριστιανικά ή τούρκικα — κι έγίνονταν καλά. Άλλοτε, μιά γυναίκα πού ήξερε άπό (γ)ήτεμα, κλέβισκεν (έκλεβε) νερό άπό δώδεκα βρύσες, χωρίς νά μιλήσει, τόφερνε στό σπίτι — αν ήταν χειμώνας, τό ζέσταινε — έγύμνωνε τό παιδί καί αδειαζε στό κεφάλι του, τρεις Παρασκευές στή σειρά, άπό σαράντα φορές ένα τσόφλι άβγό γεμάτο άπό τό νερό αύτό, κι έλεγε

Γητέματα

Στό κίρκ πασχουνού πίστευαν πώς τό παιδί δέν ήταν τό δικό τους, ήταν άλλαγμα , τούς άφησαν οί δαίμονες δαιμονικό παιδί καί πήραν τό δικό τους. Δΰτός ήταν ό λόγος πού έβαζαν κοντά στό νεογέννητο, έπί 40 μέρες, μιά σήτα . Έπήγαΐναν άκόμη τό άλλαγμα στήν έκκλησία, όπου μετά τή λειτουργία, ό παπάς έριχνε τά άμφιά του πάνω σ’ αύτό, έμπρός στήν 'Ωραία Πύλη.

Κάψιμο. Κάγα, κάην καί πρήστην ή φούσκωσεν τό πετσί μ’ (κάηκα, κάηκε καί πρήστηκε ή φούσκωσε τό δέρμα μου), έλεγαν στό κάψιμο, καί καλό ήταν γι’ αύτό τοΰ άβγοΰ τό βούτυρο. Έσπαζαν 10-15 άβγά στό τηγάνι, τάβαζαν στή φωτιά χωρίς λάδι, καί τ’ άφηναν νά καοΰν. Στό τέλος έμενε λίγο ύγρό — τοΰ άβγοΰ τό βούτυρο — πού τοβαζαν στό καμένο μέρος.

Στό κάψιμο έκανε καλό καί τοΰ ροβιοΰ τό βούτυρο. Έγέμιζαν μέ ρόβι μιά στάμνα κι έσκέπαζαν τό στόμιό της μέ άγριάδα. Έκαιγαν φωτιά γύρω στή στάμνα, καί υστέρα τήν αναποδογύριζαν γιά νά στάξει τό βούτυρο — τό λίγο υγρό πού ύπήρχε. Άλλοι άλειβαν τήν πληγή μέ λάδι ή μελάνι, ή έβαζαν κατάπλασμα μέ κρεμμύδια καί τσαάούρ κουσάγ ή καβουρντισμένη καί κοπανισμένη σίκαλη.

Κέντημα. Λάσπη ζυμωμένη μέ νερό ή γιαούρτι έκανε καλό στό κέντημα τής μέλισσας ή τής σφήκας. Άλλοι πίεζαν μ’ ένα μαχαίρι τό μέρος όπου τό κέντημα. Στό δάγκαμα τού φιδιοΰ έβαζαν ξίδι ζυμωμένο μέ γιαούρτι, στό κέντημα τοΰ σκορπιοΰ γιαούρτι καί ούζο , ή τό έτριβαν μέ ξίδι. Άν έσκότωναν τό σκορπιό, τόν κοπάνιζαν καί τόν έβαζαν στήν πληγή.

Στό κέντημα τοΰ άχράπου έπρεπε νά χαράξουν μέ τό μαχαίρι τό δαγκαμένο μέρος καί νά βάλουν πάνω αίμα γαϊδάρου, πού τό πήραν τήν ώρα πού αύτός γκάριζε.

Κήλη. Τήν κήλη τήν έλεγαν σακάτ . Δέν ύπήρχε φάρμακο, έδεναν μόνο τή μέση μέ ζώνες.

Κοκκύτης. Τόν κοκκύτη ή τό δυνατό βήχα τόν έλεγαν σκυλόβηχα ή ντεβέ έκσιργί (τής καμήλας βήχα). Στόν άρρωστον άπό βήχα έδιναν πυρωτικά : πιπέρι καί ζάχαρη, ούζο, κανέλα καί άλλα μπαχαρικά μαζί, καί τό παιδί πού ύπέφερε άπό κοκκύτη τόβγαζαν πρωΐ πρωΐ στόν αέρα.

Κόψιμο. Στό κόψιμο — καργιά μου πόνεσεν (πόνεσε ή καρδιά μου, δηλαδή ή κοιλιά μου), έλεγαν — έβαζαν κατάπλασμα μέ ούζο, ζεστά άβγά σφουγγάτο, ή πότιζαν τόν άρρωστο φλαμούρι.

Γιά τά μικρά παιδιά κοσκίνιζαν στάχτη άπό τό τουνdούρι, τήν έζύμωναν μέ λάδι καί τήν άπλωναν σά πικοίλια (στήν κοιλιά).

Γιά τό κόψιμο έλεγαν πονεΐ ό άφαλός . Έβαζαν πάνω καφέ κομμένον καί ζυμωμένον μέ λάδι, ή καπνιά άπό τό τουνdούρι, ζυμωμένη κι αύτή μέ λάδι, ή έπαιρναν έπί 3-4 μέρες κούφιες βεντούζες. Καί σκέτο λάδι άπό τό καντήλι έκανε καλό : καντήλας τό λάδ’ άλειψε, συνιστοΰσαν.

Κριθαράκι. Έβγαλε κριθαράκι, έλεγαν κι έδιναν ξαφνικά ένα μπάτσο στόν άρρωστο. Έριχναν άκόμη άπό τήν κάπνη, μέσα σέ ξένο σπίτι, έφτά σπυριά κριθάρι, κρυφά. Άλλοι περνούσαν έλαφρά πάνω άπό τό μάτι τήν ούρά μικρού σκυλιού.

Λεβίθες-ταινία. Γιά νά πέσουν τά λιμίγκια καί τό σερΐτ (οί λεβίθες καί ή ταινία), κοπανούσαν σπόρους κολοκυθιού ή λεύκης, τούς έζύμωναν μέ μέλι, κι έτάγιζαν μ’ αύτό τόν άρρωστο, άκόμη νηστικόν. Καλό έκαναν καί τά κουφετάκια τής ζάχαρης καί δυό τρεις φέτες παστουρμάς σκέτος, ή μισό ποτήρι ξίδι.

Λειχήνες. Γιά τις λειχήνες αγόραζαν άλοιφή άπό τή Νεάπολη, άλλά έφτιαχναν καί δικά τους γιατρικά. Έβαζαν ένα κλαδί άγριοτριανταφυλλιάς στή φωτιά, έμάζευαν τό δάκρυ πού έσταζε καί πού τόλεγαν βούτ(ου)ρο ή λάδ’, τό ζύμωναν μέ σκουριά άπό τή σιδεροστιά κι έκαναν άλοιφή. Άλλοι άναβαν κάρβουνα άπό κληματόβεργες, πετοΰσαν πάνω σ’ αύτά ζάχαρη, άναποδογύριζαν πάνω στή ζάχαρη ένα φλιτζάνι, κι έμάζευαν μέσα σ’ αύτό τις λίγες παχύρρευστες σταγόνες πού έπεφταν. Αύτό ήταν τοΰ ζάχαρης τό βούτ’ρο , πού τόβαζαν έπί τρεις μέρες πάνω στις λειχήνες. Αποτελεσματικά ήταν καί τό τρίψιμό τους μέ σκόρδο, οί κοπανισμένες μαύρες σταφίδες μέ σκόρδο ή τοΰ κιταριοΰ τό βούτυρο, τού κριθαριού τό βούτυρο. Γιά νά τό φτιάξουν αύτό, έριχναν κριθάρι σ’ ένα πιάτο καί περνούσαν πάνω σ’ αύτό καφτό σίδερο, όπου κολλούσαν μικρές σταγόνες ύγροΰ, άπ’ αύτό πού περιεχόταν στό κριθάρι, τό βούτυρο.

Λεύκωμα. Όταν πρηζόταν ό άρρωστος καί πονοΰσαν τά νεφρά του, τόν πήγαιναν στή Χαβά 'Abla, τουρκάλα γιάτρισσα, ότζάχ, πού τού άλειβε τήν κοιλιά μέ άσού, κόκκινη μπογιά, παράγγελνε άποχή άπό άλάτι, καί ’ήτευέν το (τόν έγήτευε). Άλλοι τόν έτάγιζαν νυφίτσες.

Λιθοπάτης. Στό λιθοπάτη έβαζαν κρεμμύδι ψημένο καί λάδι, γιά ν’ ανοίξει τό σπυρί καί νά βγει τό πύο. Άλλοι, όταν έβγαινε τό καινούργιο φεγγάρι, έπαιρναν ένα μαΰρο (μαυρομάνικο) μαχαίρι, τόδεναν μέ κλωστή πάνω στό σπυρί κι έλεγαν τό «πιστεύω».

Λιποθυμία. Μπαΐν’σεν σημαίνει λιποθύμησε. Έμπούχιζαν μέ ξίδι τό λιποθυμισμένο, καί τό μυαλό του έρχούτουν σό κεφάλι τ’ (συνερχόταν).

Λύσσα . Κακή άρρώστια τό γουάούς (ή λύσσα). Γιά νά έξακριβώσουν άν τό σκυλί πού δάγκασε κάποιον ήταν άρρωστο, κοσκίνιζαν πάνω του νερό. Άν ψοφούσε, ήταν πραγματικά άρρωστο, καί τότε άρχιζαν τή θεραπεία. Δέν άφηναν τόν άρρωστο νά βγει έξω άπό τό σπίτι έπί σαράντα μερόνυχτα, καί σαράντα μέρες δέν τόν άφηναν οΰτε νά περάσει άπό νερό οΰτε νά λουστεί. Τήν τελευταία νύχτα μαζεύονταν στό σπίτι του άγόρια καί κορίτσια, τραγουδούσαν, συζητούσαν καί τόν άπασχολοΰσαν όπως μπορούσαν, γιά νά μήν κοιμηθεί. Τά ρούχα πού φορούσε, όταν τόν δάγκασε τό σκυλί, τάβαζαν σέ σκοτεινό μέρος σαράντα μέρες, πλακώνοντάς τα μέ βαριές πέτρες. Άν έπιαναν τό σκυλί, τόσφαζαν κι έτάγιζαν μέ τό συκώτι του τόν άρρωστο. Τό κρατούσαν ύστερα ψόφιο στή θέση πού είχε όταν περπατούσε, καί περνούσαν τόν άρρωστο τρεις φορές κάτω άπό τήν κοιλιά του, λέγοντας κάθε φορά : parpul girsin, kuduz giksin (τό γιατρικό νά μπει, ή λύσσα νά βγει). Πήγαιναν άκόμη τούς άρρώστους άπό λύσσα στήν Άξό, σέ μιά γυναίκα πού μασούσε μαύρες σταφίδες καί ύστερα τίς έδινε στόν άρρωστο νά τίς φάει, λέγοντας ή ίδια «λόγια».

Μάτι. Έχει κρέατα τό μάτι, προχωρούν πρός τήν κόρη), έλεγαν γιά τά πτερύγια τοΰ ματιού, όπου δέν περνούσαν γιατρικά.

Στό αίμα τοΰ ματιού, στό κοκκίνισμα ή στόν πόνο, έβαζαν ένα κομμάτι πνεμόνι άπό νεοσφαγμένο ζώο, πού τράβηνεν τόν πόνο, ή έπλεναν τό μάτι μέ οδρο μικρού παιδιού ή μέ γάλα γυναίκας πού θήλαζε κορίτσι — κοριτσιού γάλα — ή μέ δάκρυ κλήματος.

Άλλοι έσφαζαν μικρό σκυλί, πριν άκόμη άνοίξουν τά μάτια του, τό άνοιγαν, έβαζαν μέσα κοπανισμένη γαλαζόπετρα μέ μέλι καί τό τοποθετούσαν στό πονεμένο μάτι. Πολλοί χτυπούσαν κι έβαζαν στό μάτι τό άσπρο τοΰ άβγοΰ ή περνούσαν ελαφρά πάνω στό βλέφαρο ένα κομμάτι γαλαζόπετρα. Στά τελευταία χρόνια χρησιμοποιούσαν καί κολλύριο.

Τήν έποχή τοΰ τρύγου πονοΰσαν τά μάτια γιά 3-4 μέρες, έτσίμπλιαζαν κάθε πρωΐ. Τάπλεναν μέ χλιαρό νερό χαμόμηλου.

Μητρικά. Γιά όσες ύπόφεραν άπό μητρικά, έφτιαχναν οί γυναίκες χάπια μέ άβγό χτυπητό καί λάδι, τά τύλιγαν μέ μαλλιά τοΰ κεφαλιού καί τάβαζαν στά γεννητικά όργανα τής άρρωστης, όπως καί στήν περίπτωση τής στειρότητας.

Μούδιασμα. Πολλές φορές - συνήθως τό Μάη - μούδιαζαν τά χέρια τών γυναικών άπό άρθριτικά, πού αύτές νόμιζαν πώς προέρχονται άπό κούραση. Κολλούσαν τότε βδέλλες άνάμεσα στά δάχτυλα χεριών ή ποδιών, ή έβαζαν κατάπλασμα άπό ψιλοκομμένο καί βρασμένο κρεμμύδι καί βούτυρο, κι άνακουφίζονταν. ’Αν περνούσαν άπό τό χωριό άρκουδιαραΐοι, οί γυναίκες ξάπλωναν προύμυτα κάτω καί τίς πατούσε ή άρκούδα , γιά νά τούς περάσει ό πόνος τής μέσης.

Μυρμηκιές. Τίς μυρμηκιές τίς έλεγαν κόρ κεβενίδια, όπως έλεγαν μερικοί καί τό λιθοπάτη. Φυτρώνουν κυρίως στα χέρια καί στά πόδια καί τ’ άσχημίζουν. Γιά νά τίς έξαλείψουν, όταν έβλεπαν καινούργιο φεγγάρι, έσφαζαν μιά μαύρη κότα, έπαιρναν τ’ άντερά της, τά κρατούσαν στά χέρια τους καί, δένοντας κόμπους , έλεγαν σέ καθέναν άπ’ αύτούς ένα άρθρο άπό τό «πιστεύω» . Έχωναν υστέρα σέ σκοτεινό μέρος τά άντερα, καί, όταν αύτά έλιωναν, έπίστευαν πώς θά χάνονταν καί οί μυρμηκιές. Άλλοι τίς γιάτρευαν τρίβοντάς τες μέ τό χέρι, ένώ σύγχρονα έλεγαν τό «πιστεύω» κι έκοίταζαν τό καινούργιο φεγγάρι .

Μύτη: Στή ρινορραγία — άνοιξεν ή καναντά τό μυτί τ’ (άνοιξε ή ματώνει ή μύτη του) έλεγαν — έβαζαν ούζο ή κρύο νερό στό κεφάλι ή ένα μαγνήτη στόν αύχένα καί τραβούσαν έλαφρά τά μαλλιά τοΰ άρρώστου. Άλλοι τοΰ έδιναν νά ρουφήξει άπό τή μύτη δυνατό ξίδι μέ άλάτι μέσα, ή άκουμποΰσαν στό μέτωπό του μιά πρασινωπή πέτρα δαχτυλιδιοΰ.

Νεΰρα. Πιάσεν το χολή (τόν έπιασε ή χολή) έλεγαν γιά όποιον είχε τά νεΰρα του, καί, άστειευόμενοι, τοΰ παράγγελναν : άς πιει λίγο ξίδι.

Νεφρά. Στήν ούρήθρα ή στά νεφρά του έχει πέτρα, έλεγαν γιά τήν ψαμμίαση, τή λιθίαση ή τήν κυστίτιδα, κι έπότιζαν πάλι τόν άρρωστο μαγιασούλ ότού.

Ουλίτιδα. Άλειβαν τά ούλα μέ μέλι ή κοπάνιζαν γαλαζόπετρα, στίψη, κουκκούτσια χουρμάδων, φλοίδα καρπουζιοΰ καί κοτσάνι μελιτζάνας — όλα καβουρντισμένα — καί ζάχαρη κάντιο, κανέλα καί γαρίφαλα, τά περνούσαν άπό ψιλό μαντήλι κι έβαζαν άπό τή σκόνη αύτή στό στόμα τοΰ παιδιοΰ, προσέχοντας μήν τήν καταπιεί. Άρχιζε, έτσι, μεγάλη σιελόρροια καί ό άρρωστος γινόταν καλά.

Παράλυση. Γι’ αύτόν πού πιάστηκε ή έγινε παράλυτος, δέν υπήρχαν γιατρικά. Μιά τουρκάλα όμως στό Ίντζέσου έκανε λουτρό στόν άρρωστο καί υστέρα άλειβε τό κορμί του μέ φάρμακο δικό της, κάτι άπό δέντρο, καί πίσω άπό τόν άρρωστο άναβε φωτιά. Ίδρωνε ό άρρωστος, λένε μερικοί, καί γινόταν κάποτε καλά.

Πιτυρίαση. Όταν βγαζε πίτουρα τό κεφάλι, είχε πιτυρίαση, χτυποΰσαν ένα αβγό καί τό άλειβαν στό κεφάλι.

Πλευρίτιδα, πνευμονία. Γένην σατλιτζάν , σημαίνει άρρώστησε άπό πνευμονία, έσ’ τό πλευρό τ’ (έχει τό πλευρό του) έλεγαν γιά τήν πλευρίτιδα. Καί στις δυό περιπτώσεις έβαζαν ζεστά, έκοβαν βεντούζες καί ξυραφιές στά πλευρά γιά νά βγει «τό κακό αίμα», κολλούσαν βδέλλες ή τοΰκοβαν στήν άκρη τό άφτί γιά τόν ίδιο λόγο. Έπότιζαν άκόμη τόν άρρωστο ζεστά, όπως κεκίτ , είδος θυμαριού, ένω άλλοι τόν τάγιζαν μικρό σκυλί .

Πολυουρία. Κάποτε, μικροί καί μεγάλοι πάθαιναν πολυουρία, δέ μπορούσαν νά κρατήσουν τό ουρο τους, τά νεύρα τους χαλάρωναν, ή άνοιγαν τά μέσα τους. Έπαιρναν γαλάζιο χαρτί, τούκαναν πολλές τρύπες μέ τό βελόνι, σκορπούσαν πάνω κοπανισμένο θυμίαμα, τό μπούχιζαν μέ ρακί κι έβαζαν τό κατάπλασμα αύτό στή μέση τοΰ άρρώστου πού ούρούσε πολύ.

Πονόδοντος. Όταν τούς πονοΰσαν τά δόντια, έβαζαν στό στόμα τους ούζο μέ ζάχαρη ή βρασμένο άβγό, ζεστό, ξεφλουδισμένο, ή φακές ώμές, ή ζεστές φέτες πατάτας μέ λίγον καφέ, ή μέλι μέ δυόσμο, ή στίψη μέ ζάχαρη, ή ένα ψημένο κρεμμύδι, καί τά κρατούσαν άρκετήν ώρα. Άν, μέ όλ’ αύτά, τό δόντι πονοΰσε άκόμη, τόβγαζαν μέ τή δοντάγρα κι έβαζαν στήν πληγή ούζο καί μέλι.

Πονοκέφαλος (=πίεση ;) Τό Μάη, οί Τούρκοι τοΰ Άγασλί έφερναν βδέλλες στό χωριό καί τις άντάλλασσαν μέ ροβίθια, πλιγούρι ή βερίκοκα. Τίς έλεγαν μαγιού σουλούκια (βδέλλες τοΰ Μάη) καί κόλλανάν τα, τίς κολλούσαν, όταν είχαν κεφαλόπονο.

Οί παλιές γυναίκες, γιά τόν ίδιο λόγο έραβαν πάνω στό τεπελίκ — στό στρογγυλό κάλυμμα τής κορφής τοΰ κεφαλιού — ένα μιχλαάούζ (μαγνήτη), ένα τετράγωνο σίδερο άσπρο.

Πυοφύτης. Γιά τόν πυοφύτη άπλωναν ζεστό κουτνού ότού, είδος άγριόχορτου, σέ κόκκινο πανί, καί τόβαζαν στόν άρρωστο.

Πυρετός. Όταν ό άρρωστος είχε πολύ πυρετό, τόν έτύλιγαν μέ δέρμα σκύλου ή προβάτου, άμέσως μετά τό γδάρσιμο, καί μέ τήν έσωτερική του πλευρά άκουμπημένη στό κορμί τοΰ άρρώστου.

Άν όμως τό μάθαινε ό παπάς αύτό, δέν τούς κοινωνοΰσε. Τήν ίδια θεραπεία έφάρμοζαν καί γιά τά χτυπήματα, ένώ άλλοι κατέβαζαν τόν πυρετό τυλίγοντας τά πόδια τοΰ άρρώστου μέ χυλό βρασμένων κουκκιών.

Άλλοι έβραζαν φύλλα ίξοΰ — γερμαραντασί — καί βουτοΰσαν στό νερό του τό πουκάμισο τοΰ άρρώστου. Τόν έτύλιγαν έπειτα μ’αύτό, τόν έκοίμιζαν, ίδρωνε καί ξεγέρευε.

Γιά τόν πυρετό, γενικά, μάζευαν έπίσης φύλλα ιτιάς, πρωΐ, πριν άκόμη φωτίσει, τάστρωναν στό στρώμα, τά μπούχιζαν μέ ξίδι, καί δίπλωναν μ’ αύτά τόν άρρωστο.

Σκωληκοειδίτιδα και ειλεός. Όταν πονοΰσε πολύ ή κοιλιά, έλεγαν: πειράχτηκε ή τυλίχτηκε τό άντερο ή λύθηκε ό άφαλός του. Ήταν συνήθως ό είλεός ή ή σκωληκοειδίτιδα - δέν τά ξεχώριζαν - καί δέν έπαιρναν άπό γιατρικά. Οί γυναίκες όμως χρησιμοποιούσαν ζεστά καί ούζο, πού έδιναν κι έπινε ό άρρωστος, ή έκαναν έντριβές ή προσπαθούσαν μέ τό δάχτυλό τους νά δέσουν τόν λυμένον άφαλό.

Σπασμοί. Προσβάλλονταν άπ’ αύτούς συνήθως τά παιδιά, κι έπίστευαν πώς ή πάθηση ήταν άποτέλεσμα δαιμονικής έπήρειας. Γι’ αύτό έμπηγαν ένα καρφί στό μέρος πού κειτόταν τό παιδί τήν ώρα πού έπαθε, καί πάνω στό παιδί πετοΰσαν τό μαντήλι πού σκέπαζαν τά ψωμιά μετά τό πλάσιμο. Καλοΰσαν έπειτα τόν παπά καί διάβαζε εύχή, καί πολλοί δέν κουνοΰσαν ώς τήν ώρα έκείνη τόν άρρωστο άπό τή θέση του.

Σπλήνα. Έπίστευαν πώς τούς άδυνατισμένους άπό άρρώστια όργανισμούς τούς έπιανε σπλήνα. Άν ό άρρωστος ήταν μικρό παιδί, τόπαιρναν στό κεφάλι τους καί άνεβοκατέβαιναν τίς σκάλες, όπως στήν ύδρωπικία . Άν όμως ήταν μεγάλος, έσκιζαν τή σπλήνα άρνιοΰ, έβαζαν μέσα ένα δυό σπυριά κριθάρι, καί τήν τοποθετοΰσαν στή θέση τής σπλήνας τοΰ άρρώστου. Καί στις δυό περιπτώσεις έλεγαν οί γυναίκες καί γητειές, πού σήμερα κανείς δέν τίς θυμάται. Άλλοι τάγιζαν τόν άρρωστο ένα είδος χώμα ζυμωμένο μέ πετιμέζι.

Σταφυλοκοκκίαση. Tcubotvia έλεγαν κυρίως τούς καλόγερους, κάποτε όμως κι άλλα άποστήματα. Έτριβαν άπιαστο, δηλαδή άχρησιμοποίητο σαπούνι, τό ζύμωναν μέ άλεύρι, λάδι καί ζάχαρη, κι έκαναν άλοιφή γιά τό σπυρί. Χρησιμοποιοΰσαν άκόμη τήν άλοιφή πού είδαμε παραπάνω στό άπόστημα, καθώς καί καταπλάσματα άπό κουτνού ότού, είδος άγριόχορτου.

Στειρότητα. Γιά τή θεραπεία τής στειρότητας χρησιμοποιοΰσαν πολλά μέσα. Έπί πολλά μερόνυχτα συνεχώς, π.χ., δέν έδιναν στή γυναίκα νά πιει καθόλου νερό, θεραπεία πού, όταν έπιβαλλόταν καλοκαίρι καί ή γυναίκα ήταν ύποχρεωμένη νά έργάζεται στή ζέστη τοΰ υπαίθρου, καταντοΰσε άνυπόφορη. Μούσκευαν τότε οί «άρρωστες» στό νερό ένα πανί και δρόσιζαν μ’ αύτό τά χέρια και τά χείλη τους.

Άλλες έπιναν ούρο καμήλας βρασμένο μέ κουκκιά, ή κάθονταν σ’αύτά πάνω, όπως ήταν ζεστά, ή κάθονταν πάνω στό ζεστό τουνdούρι ή στόν άχνό βρασμένου κριθαριού, ώσπου νά τά πατήσ’ ίδρος, νά ιδρώσουν πολύ, ή στήν προσωπίδα νεογέννητου παιδιοΰ , ή στό ζεστό ν κοΰσπο. Γιά τόν ίδιο σκοπό έβαζαν στά γεννητικά τους όργανα χάπια άπό μαΰρες σταφίδες καί μπαχαρικά, ή άπό κοπανισμένο μικρό σπουργίτη (πουλί γνωστό γιά τή γονιμότητά του) , σταφίδα, μαλλοκέφαλα καί χοιρινό λίπος. Άλλες κοπάνιζαν φρεσκοσφαγμένη κότα, καί, ζεστή όπως ήταν, τήν έβαζαν στό ίδιο μέρος. 'Υπάρχουν περιπτώσεις πού, ύστερα άπό τέτοιες «θεραπείες» καί τις άναπόφευκτες δυνατές μολύνσεις, οί άρρωστες πέθαναν μετά λίγες ώρες, μέσα σέ φριχτούς πόνους.

Μερικές έβαζαν στά γεννητικά τους όργανα μπλάστρι μέ ασπράδι άβγοΰ καί πίσσα, ή χάπια άπό σταφίδα καί κόκκινο πιπέρι, ή πορτοκάλι ή άβγό - όλόκληρα τά δύο τελευταία - ή κεφάλι παστοΰ ψαριοΰ (Καί τό ψάρι είναι πολύτοκο. ’Ανάλογην άντίληψη βρίσκομε στό Σχολιαστή (’Αριστοφάνης Ειρήνη 869) : «έδόκουν γάρ έν τοΐς γάμοις σήσαμον διδόναι, δς έστι πλα- κοϋς γαμικός άπό σησάμων πεποιημένος, διά τό πολύγονον, ώς φησι Μένανδρος».), καί άλλες χάπια άπό κοπανισμένη πέτρα , γαρίφαλα καί ρίζα ζενζεφίλ (Τουρκ. zencefil, πιπερόριζα), γιά νά ΐσιάσ’ ή μήτρα τής γυναίκας, γιατί είχαν άκούσει πώς ή στειρότητα προερχόταν κάποτε καί άπό άντικανονική θέση τής μήτρας. Γιά νά δοκιμάσουν μάλιστα τήν αποτελεσματικότητα τοΰ γιατρικού αύτοΰ, έβαζαν στό ίδιο μέρος άλλα χάπια άπό μαλλιά καί κοπανισμένο σκόρδο. Άν ή μυρωδιά τοΰ σκόρδου έφτανε στό στόμα της γυναίκας, ή μήτρα είχε ξαναπάει στή θέση της. Καί μέ τις «θεραπείες» αυτές οί έπικίνδυνες μολύνσεις ήταν άναπόφευκτες.

Αποτελεσματικό θεωρούσαν καί τό σφίξιμο τής μέσης τής γυναίκας, κάποτε καί τοΰ άντρα, δυνατά, μέ πλατιά πάνινη ζώνη.

Έπίστευαν πώς στειρότητα προκαλούσε καί τό άφέψημα τής Ιτιάς χ, πού έπιναν γιά νά Θεραπευτούν άπό τήν έλονοσία.

Στοματίτιδα. Μπαμbουχτσά έλεγαν τήν άφθώδη στοματίτιδα, πού γινόταν στό νεογέννητο παιδί. Μιά γυναίκα μέ δίδυμα ή ή μητέρα τοΰ άρρωστου παιδιού τοΰ σκούπιζε τό στόμα μέ τήν άκρη τής πλεξούδας της κι έβαζε πάνω κοπανισμένο κάντιο.

Στομάχι. Έτρωγαν κάποτε πολλά βερίκοκα καί τούς πονοΰσε τό στομάχι. Έσπαζαν τότε 10-15 κουκκούτσια άπό τό ίδιο φροΰτο, έτρωγαν τήν ψίχα τους καί γίνονταν καλά. Καλό γιά τό στομάχι ήταν καί τό ούζο μέ ζάχαρη, μπαχαρικά καί πιπερόριζα.

Συμφόρηση. Έλεγαν γιά τή συμφόρηση: νταμναμά κατέβην σό τζιέρι τ’ (κατέβηκε συμφόρηση στό συκώτι του) ή κατέβην βιμα (κατέβηκε αίμα) ή πιάσεν το τσαλγούν (τόν έπιασε συμφόρηση). Δέν έπαιρνε άπό γιατρειές ή άρρώστια.

Συνάχι. Γιά τό συνάχι — τό σαλούμ —έκαναν έπάλειψη τοΰ κορμιοΰ μέ καμφορά λιωμένη στό ούζο κι έπαιρναν βεντοΰζες.

Συρίγγιο. Καμιά άποτελεσματική θεραπεία δέ χωροΰσε στό συρρίγγιο. Οί γυναίκες όμως άνοιγαν βατράχια καί τά έβαζαν, ζεστά όπως ήταν, στήν έξοδο τοΰ συριγγίου σάν κατάπλασμα.

Τιβγά. Επειδή δέ μπορέσαμε νά καταλάβουμε ποιάν άρρώστια έννούΰν οί πληροφορητές μέ τό δνομα ΐιβγά , τήν άφήνουμε μέ τα’ όνομα πού μάς τήν είπαν καί σημειώνουμε τά συμπτώματά της. Ήταν παιδική άρρώστια, άπό τής μάνας του τήν κοιλιά, γεννιόταν μελανιασμένο τό παιδί πάνω άπό τά φρύδια καί στις φλέβες τοΰ κεφαλιοΰ, καί σωτηρία άπ’ αύτή δέν ύπήρχε. Οί γυναίκες όμως κοπάνιζαν σκουλήκια τής γής καί τάβαζαν μέ καραμπογιά πάνω άπό τά φρύδια, άφοΰ πρώτα χάραζαν τό μέρος έλαφρά μέ ξυράφι. Άλλοι έβαζαν στόν άφαλό τοΰ παιδιού ρόβη κοπανισμένη καί ζυμωμένη μέ λάδι, ή τό πότιζαν ζουμί άπό μαΰρο ραπάνι ή τό τάγιζαν σκόρδο μέ ξίδι. Αύτά σκότωναν τοΰ τζιεριοΰ τό σκωλέκ’ (τοΰ συκωτιοΰ τό σκουλήκι), όπως πίστευαν πώς ήταν τό τιβγά. Καλό προληπτικό ήταν νά μή φάει ή μητέρα σταφύλι, άλμυρά ή ξινά στούς έννιά μήνες τής έγκυμοσύνης της, καί νά μή θηλάσει τό παιδί τήν άρρωστη μητέρα του.

Τριχόπτωση. Τζιπλαχλάντ’σεν τό κεφάλ’ (γυμνώθηκε τό κεφάλι) έλεγαν γιά τούς φαλακρούς. Δέν έπιχειροΰσαν νά θεραπεύσουν τή φαλάκρα, ένώ στό κέλ (τήν κασίδα) έβαζαν κατάπλασμα στό κεφάλι άπό βρασμένο και κοπανισμένο κριθάρι ή κορκότι.

Τριχίαση. Γιάτό κιπρίκ κιράν «σπάσιμο τών τσίνουρων», πιθανώς είδος τριχίασης, έλιωναν γαλαζόπετρα σέ βαζελίνη ή σέ ψειρόσκονη κι έπλεναν ελαφρά μ’ αυτήν τά τσίνορα ή περνούσαν πάνω σ’ αύτά τή γαλαζόπετρα άλιωτη.

Τύφος. Γιά τόν έγκεφαλικό τύφο, τό μπεϊοΰν χουμασί, καθώς καί γιά τόν κοιλιακό, τό χουμά, καί τόν έξανθηματικό, λεκελί χουμά, έφερναν γιατρό άπό τή Νεάπολη ή τή Μαλακοπή. Έβαζαν κάποτε στό κεφάλι τοΰ άρρώστου χιόνι πού έφερναν άπό τόν Άργαΐο, καί μερικοί τόν έτύλιγαν μέ δέρμα νεοσφαγμένου προβάτου, άλειμμένο μέ μέλι καί μέ κοπριά άσπρου σκυλιού, ή μέ νεοσφαγμένο μαΰρο όρνίθι, και άλλοι μέ φύλλα ίτιας βρεγμένα μέ ξίδι.

'Υδρωπικία. Κάποτε πρησκόταν καργιά (πρηζόταν ή κοιλιά) τοΰ παιδιοΰ, πάθαινε κουπλεμέ. Τό πήγαιναν στό ότζάχ τοΰ χωριοΰ, πού έβαζε στήν κοιλιά τοΰ άρρώστου — πρός τό μέρος τοΰ στομαχιού — ένα μεγάλο κομμάτι άλάτι, καί πάνω σ’ αύτό έκανε σταυρωτά χαρακιές μέ μαυρομάνικο μαχαίρι, διαβάζοντας συνάμα καί λόγια, τρία πρωίνά στή σειρά. Άλλοι έπαιρναν τό παιδί, μέ τρόπο πού ή κοιλιά του νά είναι άκουμπημένη

στό κεφάλι τους, κι άνεβοκατέβαιναν έτσι τά σκαλιά τοΰ σπιτιοΰ δυό τρεις φορές, «γιά νά κατεβεΐ τό νερό πού είχε μαζευτεί στήν κοιλιά καί νά βγει άπό τό σώμα».

Υποτροπή. Λίγες μέρες μετά τήν άνάρρωση, ξανάπεφτε κάποτε ό άρρωστος, καί τό δεύτερο αύτό πέσιμο ήταν χειρότερο άπό τό πρώτο. Γιά να προλάβουν τό κακό, έριχναν πάνω του, όταν ήταν στήν άνάρρωση, τή μεγάλη πετσέτα πού σκέπαζαν τά ψωμιά μετά τό ζύμωμα, πριν τά ρίξουν στό φούρνο. Γιά τόν ίδιο λόγο έβαζαν νερό μέσα στούς δίσκους ζυγαριάς, τή σήκωναν πάνω άπό τόν άρρωστο κι έκαναν μ’ αυτή στόν άέρα τό σημείο τοΰ σταυρού. Έτσι ή ζυγαριά παίρισκεν άσ’ σδν άρρωστο τό oΰζgoυvoύκ (έπαιρνε άπό τόν άρρωστο τό ξανακύλημα). Άλλοι έβραζαν φακές καί ξερά φύλλα σκόρδου μέ ξίδι καί πίτουρο, τά κοπάνιζαν όλα μαζί καί τοΰ τύλιγαν μ’ αύτά τά πόδια.

Φοβία. Σέ φόβο όφείλεται τό ΐνεμέ. Φοβήθα ένα φορά, διηγιόταν ή Θεοπίστη Χατζήμελετιάδη, πού έπεσεν άστραπή σό νερό μέσα, σοΰ Χασάν άγα τό χαυλή, σό τσουχούρ’ μέσα, καί πήα σό Άγτξάσαρ, σή Φλοϊτά κοντά, καί διέβαζεν καί δίνισκεν ένα σεπέ καί νισκόταμεστε καλά. Πρήστανε τά μάτια μου, φοβήθα. (Φοβήθηκα μιά φορά, πού έπεσε κεραυνός μέσα στό νερό, στού Χασάν άγα τήν αύλή, στή γούβα μέσα, καί πήγα στό Άγτζάσαρ, (πού είναι) κοντά στά Φλοϊτά, καί διάβαζε (ό τοΰρκος γιατρός) καί έδινε ένα άζυμο ψωμί καί γινόμασταν καλά. Πρήστηκαν τά μάτια μου, φοβήθηκα).

Ή Ιδια πληροφορήτρια προσθέτει : Γιαγιά μου λέισχεν, πότε κοιμάται, ένα τενεκές έπεσεν καί φοβήθην, καί πεγάζουν το σ’ Άγι-Άνάργυα, σή Μα- λακοπιά, καί έστρωσαν τά στρώματα καί κοιμήθανε καί άσ’ σήν Άι-Μνήμα ένα παπάς ξέβην μέ θυμιατερό καί πετραχήλι καί όλα τά εικόνες θύμιασέν τα, καί υστέρα έτά, τά κοιμούνται, καί ύστερα καί μένα θύμιασεν καί πάτ’σεν τό κεφάλι μ’, κι έγώνα τρέμισκα καί λαχτήθα σό στρώμα μου καί γένην καλά καί τόν πόθο μου άφηκα το έκεϊ καί ήρτα. (Ή γιαγιά μου έλεγε (πώς), ένώ κοιμόταν, ένας τενεκές έπεσε (άπό κάπου, μέσα στό σπίτι) καί φοβήθηκε (ή γιαγιά) καί τήν πάνε στούς Αγίους Αναργύρους, στή Μαλακοπή, καί έστρωσαν τά στρώματα καί κοιμήθηκαν καί άπό τό Άγιο Μνήμα (= ίερό) βγήκε ένας παπάς (= ό Άγιος) μέ θυμιατό καί πετραχήλι καί θύμιασε όλες τίς εικόνες καί ύστερα θύμιασε κείνους πού κοιμόνταν καί ύστερα καί μένα θύμιασε καί πάτησε τό κεφάλι μου κι έγώ έτρεμα (άπό τό φόβο) καί χώθηκα στό στρώμα μου καί έγινα καλά καί τό πάθος μου τό άφησα έκεϊ (στήν έκκλησία) καί ήρθα).

Άν φόβιζαν τά παιδιά στή μικρή τους ήλικία, ό φόβος θά συνεχιζόταν κι άργότερα καί ή καρδιά τους θά χτυποΰσε μέ τό παραμικρό. Βάλλ’ φόβος τό φσάχ ή ίσ φοβία (βάζει φόβο ή έχει φοβία τό παιδί) έλεγαν καί τοΰ έδιναν νά καταπιεί, ώμή

καί άμάσητη, τήν καρδιά φρεσκοσφαγμένου περιστεριοΰ, ζεστή-ζεστή, πότε (= ένώ) κουνιέται άκόμη. Επειδή μάλιστα κάθε πουλιοΰ ή καρδιά ήταν καλή γιά τό φόβο, όλα τά καργιές τοΰ κότας τά φσάχα κούρτανάν τα (όλες τις καρδιές άπό τις κότες (πού έσφαζαν) τις κατάπιναν τά παιδιά).

(Ή θεωρία πώς έτσι ό άρρωστος παίρνει τήν ψυχή τοϋ ζώοο καί κληρονομεί τή δύναμή του, είναι παγκόσμια. Βλ. Πολίτη ΛΣ 1 σ. 29-30).

Έπότιζαν άκόμη τό παιδί μέ ζεστό ούρο άλλου παιδιοΰ ή μέ μαγμέρ ίλιί ή ίνεμετζί ίλαντξί , φάρμακο γιά τό ΐνεμέ. Τό τελευταίο αύτό, λιωμένο σέ πετιμέζι, τό άλειβαν στό κορμί τοΰ άρρώστου ή τό πότιζαν, άφοΰ — στήν περίπτωση αύτή — τό άφηναν σό φεγγάρ’ τή νύχτα, καί μιά γυναίκα διάβαζε γητειές. Στό ΐνεμέ δέν έτρωγαν οΰτε άβγά οΰτε φαγητό μέ πλιγούρι. Πολλοί πότιζαν καί άσβάι τόν άρρωστο, κάτι σάν τό σαπούνι, πού τούς τόστελναν άπό τήν Πόλη.

Γιά τό φόβο άποτελεσματική ήταν καί ή χάραζα, πέτρα πού έβρισκαν στό συκώτι ή στή χολή μερικών ζώων, καί πού έδιναν ένα μικρό κομμάτι κάθε πρωΐ στόν άρρωστο. Έπρεπε πάντα, όταν τρόμαζε κανείς άπό ότιδήποτε, άμέσως νά ούρήσει.

Φυματίωση. Στό ψηλό καί γερό κλίμα τοΰ χωριοΰ οί άνθρωποι δέν άρρωστοΰσαν συνήθως άπό φυματίωση, άλλά ή Πόλη έστελνε συχνά φυματικούς. Χωρίς νά ξέρει ό άρρωστος, τόν τάγιζαν μικρό σκυλί, πού τόσφαζαν πριν άκόμη άνοίξει τά μάτια του, ή τόν τύλιγαν μέ τό δέρμα φρεσκοσφαγμένου σκυλιοΰ, όπως καί στόν πυρετό. Όταν έτρωγε τό γιατρικό αύτό, τοΰ φανέρωναν τί τόν είχαν ταγίσει, άηδίαζε, έκανε έμετό καί έβγαζε, ξερνοΰσε τήν άρρώστια.

Χιονίστρες. Τά χέρια πού είχαν σονίστρες (χιονίστρες) τά βουτούσαν στή ζεστή κοιλιά νεοσφαγμένου ζώου - προβάτου συνήθως - πριν άκόμη τήν άδειάσουν άπό τό περιεχόμενό της, ή σέ ούρα καμήλας.

Ψευδάνθρακας, άνθρακας. Κακή πληγή (λοιμό-πανούκλα), έλεγαν τό ψευδάνθρακα ή τόν άνθρακα, πού τά γιάτρευαν κι αύτά μέ γυναικεία γιατροσόφια. Έφτιαχναν άλοιφίδια, άλοιφές μέ λάδι κρομμυδιού, πίτουρα, κερί, μαστίχα καί ζάχαρη. Άλλοι βουτοΰσαν τό δάχτυλο πού πονοΰσε στό ζεστό νερό ή στό ζεστόν καφέ.

Ψυχοπάθεια. Γιά τήν τρέλα, πού δέν έπιαναν άλλα γιατρικά, αγιωτικά κάνισκαν, προσέφευγαν στούς άγιους. Άλλοτε διάβαζε ό παπάς τούς άρρωστους στήν έκκλησία τοΰ χωριοΰ, κι άλλοτε τούς πήγαιναν στή Μαλα- κοπή, στήν έκκλησία τών Αγίων Αναργύρων, όπου τούς κοίμιζαν μιά, δυό, τρεις, σαράντα μέρες. Πολλοί πίστευαν πώς, όπως τά ζώα, έτσι καί οί άνθρωποι τρελαίνονται όταν βρεθεί μέσα στό ψωμί πολύ ντελί ότού, τρελόχορτο.

Ψωρίαση. Τήν ψώρα τήν έλεγαν ούιούζ καί άρρωστοΰσαν πολύ άπ’ αύτήν οί Τούρκοι. Τήν έθεράπευαν μέ άλοιφή άπό θειάφι, ξίδι καί λάδι.

Ψωροφύτης. Δέ μποροΰν οί πληροφορητές νά ποΰν μέ βεβαιότητα αν τό κλήμα είναι ή φλεβίτιδα ή ό ψωροφύτης τών παιδιών. Έκοκκίνιζαν οί φτέρνες, τά μάτια καί οί φλέβες τοΰ άρρώστου καί πρηζόταν ή κοιλιά του. Έπίστευαν πώς τό παιδί έπαιρνε τήν άρρώστια άπό τή μητέρα του, γι’ αύτό ή λεχώνα, άρκετές μέρες μετά τόν τοκετό, δέν έδοκίμαζε ό,τι είχε σχέση μέ τό κλήμα : σταφύλι, πετιμέζι, κρασί. Καί γιά τήν έγκυο, πού δέ μπορούσε νά περπατήσει καλά, έλεγαν πώς είχε κλήμα.

Γιά φάρμακο χρησιμοποιούσαν τρία κομμάτια κληματόβεργας, πού τά διάβαζε ό παπάς, τάκαιγαν, έζύμωναν τή στάχτη μέ μέλι καί κρασί, καί άλειβαν μ’ αύτά τοΰ παιδιοΰ τήν κοιλιά, τά γόνατα καί τίς φτέρνες. Σά παλιά σά καιρούς, παλαιά, λένε οί σημερινές γιαγιάδες, άνάμεσα στις 8 μέρες καί τούς 6 μήνες μετά τή γέννηση τοΰ παιδιοΰ, έπαιρναν — ή μητέρα ή ή μαμμή — ένα βελόνι τοΰ καπλαντίσματος, τό έχωναν σέ μιά κληματόβεργα καί ύστερα τό κοκκίνιζαν στή φωτιά χ. Μέ τό βελόνι αύτό, έτσι όπως ήταν κόκκινο, έκαιγαν τό μωρό στά χέρια, στις πλάτες, στά πόδια. Τά σημάδια στους περισσότερους (Άνακιώτες) υπάρχουν άκόμη.

Άλλοι κοπάνιζαν σκουλήκια τής γής κόκκινα καί τάβαζαν στις μελανιασμένες φτέρνες τοΰ παιδιοΰ, ή ζύμωναν χόρτο μεργκίζι μέ μαΰρο κρασί, τό διάβαζε ό παπάς καί τόδιναν στό άρρωστο. Άν έβρισκε τό παιδί καί πυρετός, έφάρμοζαν τή θεραπεία πού είδαμε γι’ αύτόν. Άλλοι κοίμιζαν τό παιδί σέ χωμα παρμένο άπό έφτά κλήματα, ή σέ κληματόφυλλα βρεγμένα μέ κρασί.

Πηγή:Η Ανακού-Θανάση Π. Κωστάκη-Αθήνα 1963

Διαβάστε ακόμη:Λαϊκή Ιατρική Μάκρης και Λιβισίου Λυκίας Μ. Ασίας

1 σχόλιο :

Ανώνυμος είπε...

Για τις αιμορροιδες να παιρνετε καθε μεσημετι πριν το φαγητο μια σκελιδα σκορδο κοβοντας την απο 3 εως 5 κομματια μαζι με νερο.Αυτο για ενα μηνα και θα απαλαγειτε σιγουρα απο αυτες.Καλη επιτυχια